Shakila – Ιωάννα Μπράτη

Ο λίθος, τα μέταλλα και τα ορυκτά στην ιστορία της ανθρωπότητας – μέρος 3ο

επιμέλεια: Αναπλιώτη Ευτυχία

 

Ο ΟΨΙΔΙΑΝΟΣ

Ο Οψιδιανός είναι ένα ηφαιστειακό πέτρωμα που σχηματίστηκε από τις ηφαιστειακές εκρήξεις του Τεταρτογενούς πριν από 1,4 εκατομμύρια χρόνια. Αποτελείται σχεδόν ολοκληρωτικά από γυαλί. Σχηματοποιείται όταν λάβα υψηλής περιεκτικότητας σε πυρίτιο (Si) και αλουμίνιο (Al) παγώνει γρήγορα στην επιφάνεια της γης δημιουργώντας ένα υαλώδες πέτρωμα χωρίς κρυστάλλους. Συνήθως έχει μαύρο ή γκρι χρώμα αν και μπορεί να τους δούμε και σε αποχρώσεις πράσινου ή καφέ, ανάλογα με την περιεκτικότητά τους σε σίδηρο (Fe). Η συνήθης περιεκτικότητά του Οψιδιανού σε νερό είναι 5%.

Ο Οψιδιανός αποτελεί συχνό εύρημα σε πολύ μεγάλο εύρος της στρωματογραφίας της Εποχής του Λίθου. Όντας άφθαρτος, ελκυστικός και εύκολα αναγνωρίσιμος, υπήρξε μια εξαιρετικά επιθυμητή πρώτη ύλη από τους ανθρώπους εκείνης της εποχής για την κατασκευή εργαλείων και αντικειμένων τέχνης. Αποτέλεσε ένα πολύ ιδιαίτερο αγαθό για τους πολιτισμούς της Λίθινης εποχής λόγω των ιδιοτήτων του, να απολεπίζεται με ένα προβλέψιμο κογχοειδές σπάσιμο, και να διατηρεί μια αιχμηρή άκρη κοπής. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιήθηκε ευρέως από την Παλαιολιθική έως την Εποχή του Χαλκού και τη Χαλκολιθική, στην Ευρώπη και την Μέση Ανατολή, για την κατασκευή εργαλείων (λεπίδες, μαχαίρια, ξέστρα), όπλων (αιχμές από βέλη) και αντικειμένων τέχνης και τεχνικής (αγγεία, κοσμήματα).

 

 

ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ΟΨΙΔΙΑΝΟΥ

Χάρτης περιοχής της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής που δείχνει τις πηγές του Οψιδιανού και τη διανομή του σε αρχαιολογικές θέσεις κατά την προϊστορική περίοδο.

 

Από τις εκτενείς μελέτες των ευρημάτων του Οψιδιανού στον χώρο της Μεσογείου θάλασσας βλέπουμε τις διαφορετικές πηγές του υλικού αυτού, που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στην προϊστορία από το ανθρώπινο είδος. Στον χάρτη που ακολουθεί σημειώνονται οι πηγές και η διαδρομή-διανομή του στις διάφορες αρχαιολογικές θέσεις της προϊστορικής εποχής.

Δυτική Μεσόγειος: Τέσσερις πηγές, όλες τους από νησιά χρησιμοποιήθηκαν στην προϊστορική περίοδο. Αυτές ήταν το Λίπαρι (στις Αιολίδες νήσους), η Σαρδηνία, η Παλμαρόλα και η Παντελερία που προμήθευε τη Μάλτα με τον μεγάλο πολιτισμό που αναπτύχθηκε εκεί.

 

Αιγαίο Πέλαγος: Δύο φαίνεται να υπήρξαν οι βασικές πηγές οψιδιανού που χρησιμοποιήθηκε στους πολιτισμούς του Αιγαίου. Η Μήλος που κατέχει δύο σημεία εξόρυξης (Αδάμας ή Στα Νύχια και Δεμενεγάκι), άσβεστο-αλκαλικού οψιδιανού και φαίνεται να προμήθευε σχεδόν όλο το υλικό οψιδιανού που έχει ανακαλυφθεί και μελετηθεί στο προϊστορικό Αιγαίο. Η δεύτερη πηγή του οψιδιανού στο Αιγαίο είναι το Γυαλί, ένα μικρό νησί στα βόρεια της Νισύρου. Ο οψιδιανός εδώ έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, υπόλευκες κρυσταλλικές ηφαιστειακές ίνες (Οψιδιανός Νιφάδα?), και  χρησιμοποιήθηκε κυρίως για την τοπική παραγωγή εργαλείων και από τους Μινωΐτες για την κατασκευή λίθινων αγγείων και την παραγωγή κοσμημάτων. Συχνά από μελετητές αναφέρεται και η Αντίπαρος ως μια τρίτη πηγή Οψιδιανού αλλά όχι επεξεργάσιμου όπως οι δύο άλλοι.

Χάρτης πηγών προέλευσης των ευρημάτων οψιδιανού σε θέσεις της Μακεδονίας.

Από τα παραπάνω φαίνεται πως η διακίνηση του οψιδιανού χωριζόταν σε γεωγραφικές περιοχές γύρω από τα σημεία εξόρυξης του. Το ταξίδι του ακολουθούσε συγκεκριμένους «δρόμους κυκλοφορίας», καλύπτοντας αποστάσεις έως και 900 χιλιόμετρα από την γεωλογική πηγή του!

  Ο λίθος αυτός εμπεριέχει την υγρή φωτιά της γης, βγαίνει από τα σπλάχνα της και προσφέρεται στην ανθρωπότητα, ως ένα δώρο πολύτιμο για την εξέλιξη της. Χρησιμοποιείται από τις πρώτες κοινωνίες σαν ένα εργαλείο κοπής, τεμαχισμού, καθαρισμού, μια ισχυρή και ανθεκτική δύναμη για να επιτελέσει το έργο που τα χέρια του ανθρώπου δεν μπορούν. Ίσως για τον λόγο αυτό αποτελεί και το ισχυρότερο ενεργειακό εργαλείο καθαρισμού, τον γειωτή της αρνητικότητας σε όλα τα επίπεδα!!!

 

Ο Οψιδιανός στο Αιγαίο

Τα αρχαιότερα ευρήματα οψιδιανού βρίσκονται στην Πελοπόννησο, στο σπήλαιο Φραγχθί, που χρονολογούνται από την Ανώτερη Παλαιολιθική ως τη κατώτερη Μεσολιθική περίοδο. Σε άλλες περιοχές όπως η Θεσσαλία τον συναντάμε στα προ-κεραμικά στρώματα των οικισμών Σέσκλο, Αργίσσα και Σουφλί Μαγούλα ή στα πρώιμα νεολιθικά στρώματα της Κνωσού στην Κρήτη και της Νέας Νικομήδειας στην Μακεδονία. Φαίνεται από τις μέχρι σήμερα μελέτες πως η Μακεδονία είναι το βορειότερο σημείο μεταφοράς Μηλιακού οψιδιανού με ελάχιστα όμως ευρήματα. Η θέση Μάνταλο μάλιστα αποκαλύπτει και την ταυτόχρονη ύπαρξη σε στρωματογραφία οψιδιανού από τη Μήλο και από τα Καρπάθια όρη (βλέπε χάρτη).

 

Τοιχογραφία του στόλου, Δυτική οικία, Ακρωτήρι, Θήρα

ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ  

 

Η μετάβαση από την Νεολιθική εποχή στην εποχή του Χαλκού, στο τέλος της 4ης χιλιετίας π.Χ, σημαδεύεται από βαθιές τομές στον πολιτισμό και την οργάνωση των κοινωνιών του Αιγαίου πελάγους. Η πιο σημαντική εξέλιξη υπήρξε αναμφίβολα η μετάδοση από την ανατολή της τεχνολογίας του χαλκού (Cu), η οποία βελτίωσε ουσιαστικά την ποιότητα του εργαλειακού εξοπλισμού σε όλους σχεδόν τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας (γεωργία, υλοτομία, αρχιτεκτονική, ναυπηγική κ.ά.) ενώ ταυτόχρονα μετέβαλε και τις τακτικές του πολέμου με την κατασκευή αποτελεσματικότερων μετάλλινων όπλων. Άλλες σημαντικές αλλαγές που παρατηρούνται αυτήν την περίοδο είναι η εισαγωγή νέων καλλιεργειών (ελιά, άμπελος), η αύξηση των θαλάσσιων επαφών και η διεύρυνση των εμπορικών ανταλλαγών.

Σφραγίδα από κόκκινο ίασπι με γραφή (1900-1700 π.Χ), ιερό κορυφής Βρύσινα, Ρέθυμνο.

Η αναζήτηση και εξεύρεση μετάλλων (χαλκού, αργύρου, μόλυβδου) στις Κυκλάδες και η χρήση κραμάτων ανθεκτικού ορείχαλκου (μπρούντζου) από Ασιατικές κυρίως πηγές, επιφέρουν από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. αποφασιστικές αλλαγές στην εργαλειοτεχνία, βελτιώνουν την αγροτική παραγωγή και δίνουν ώθηση στη βιοτεχνία και το εμπόριο. Πρωτεύοντα ρόλο στη διάδοση της τεχνογνωσίας του ορείχαλκου στο κεντρικό και νότιο Αιγαίο έχουν τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, στα οποία, από τις αρχές της Πρώιμης Χαλκοκρατίας, αναπτύσσονται πολυάνθρωποι οικισμοί με πρωτοαστικά χαρακτηριστικά (Πολιόχνη Λήμνου, Θέρμη Λέσβου).

 

Η ΠΡΩΪΜΗ Η ΜΕΣΗ ΚΑΙ Η ΥΣΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ (3200-1100 π.Χ)

H Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (3200-2000 π.X) χαρακτηρίζεται από τη διάδοση των μετάλλων, η χρήση των οποίων πιστοποιείται ήδη από την Τελική Νεολιθική ή Χαλκολιθική περίοδο. Το Βορειοανατολικό Αιγαίο, οι Kυκλάδες και η κυρίως Ελλάδα απαρτίζουν ιδιαίτερες πολιτιστικές ενότητες κατά την περίοδο αυτή. Είναι η εποχή της ανάπτυξης της ναυσιπλοΐας, της δημιουργίας οργανωμένων οικισμών και του πρώτου ελέγχου της οικονομίας με τη συγκέντρωση αγαθών και τη χρήση σφραγίδων. Κατά το τέλος της περιόδου παρατηρούνται εκτεταμένες καταστροφές που συνδέονται και με μετακινήσεις πληθυσμών.

H Mέση Εποχή του Χαλκού (2000-1600 π.X) χαρακτηρίζεται αρχικά από οικονομική και πολιτιστική οπισθοχώρηση, στη συνέχεια όμως δημιουργούνται νέοι οικισμοί σε επίκαιρες θέσεις. Οι σπουδαιότεροι διαθέτουν εργαστήρια επεξεργασίας χαλκού και οι τάφοι κτερίζονται τώρα με χάλκινα όπλα, κοσμήματα από χρυσό, χαλκό και ημιπολύτιμους λίθους. H επιρροή του προηγμένου πολιτισμού της μινωικής Kρήτης, η διάδοση νέων ιδεών και τεχνικών θα προκαλέσουν ριζικές αλλαγές, ορατές σε όλα τα επίπεδα της ζωής και της τέχνης. Τότε ακριβώς είναι και η εποχή που τίθενται οι βάσεις του μυκηναϊκού πολιτισμού.

Η Ύστερη εποχή του Χαλκού (1600 – 1100 π.Χ) χαρακτηρίζεται από μία νέα σεισμική καταστροφή και την τελική ανοικοδόμηση των ανακτόρων που ξεκινάει γύρω στα 1600 π.Χ. Ο 16ος αιώνας αποτελεί περίοδο μεγάλης ακμής του μινωικού πολιτισμού. Τα κύρια στοιχεία της οποίας μπορεί κανείς να τα αναζητήσει σε όλες τις εκδηλώσεις του ανθρώπινου βίου, πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού, θρησκευτικού, δημόσιου και ιδιωτικού και σε όλες τις εκδηλώσεις της τέχνης. Η κοινωνική δομή ουσιαστικά δεν άλλαξε κατά την Ύστερη εποχή του Χαλκού, εκτός από κάποιες τροποποιήσεις που διευκόλυναν την ομαλή διακυβέρνηση του κράτους. Οι βασιλείς ήταν επικεφαλής ενός πολυπληθούς ιερατείου και συγκέντρωναν στα χέρια τους την πολιτική και θρησκευτική εξουσία. Η μινωική επίδραση τώρα είναι πολύ έντονη στον ελλαδικό πολιτισμό, όπως φαίνεται από τις πολυάριθμες εισαγωγές ή μιμήσεις κρητικών προϊόντων στις Μυκήνες και σε νησιά του Αιγαίου όπως η Ρόδος, τα Κύθηρα και η Μήλος. Στη Μήλο η υιοθέτηση της Γραμμικής Α γραφής και του μινωικού μετρικού συστήματος φανερώνουν ότι υπήρχαν δεσμοί στενότεροί από τις απλές εμπορικές σχέσεις. Εμπορικές σχέσεις αυτή την εποχή παρατηρούνται και εκτός Αιγαίου. Από την Κύπρο εισάγεται χαλκός, από τη Συρία ελεφαντόδοντο και ημιπολύτιμοι λίθοι ενώ οι σχέσεις με την Αίγυπτο φτάνουν την ύψιστη ακμή τους. Η Κρήτη αναφέρεται στις Αιγυπτιακές πηγές ως «η χώρα των Κεφτιού» και οι Μινωίτες απεικονίζονται σε τοιχογραφίες σε πομπή προσφορών. Σύμφωνα με τις αιγυπτιακές τοιχογραφίες οι Κεφτιού προσκόμιζαν στους μεγάλους βασιλείς θαυμάσιας τέχνης αγγεία, λάδι, κρασί, χάλκινα τάλαντα, ελεφαντόδοντο αλλά και πιθανόν φθαρτά και μη αναγνωρίσιμα σήμερα προϊόντα όπως υφάσματα, βότανα και ξυλεία, ακόμη και θεραπευτικά βότανα όπως υποδηλώνει ο Πάπυρος του Λονδίνου.

Ο ΧΑΛΚΟΣ – ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟ ΥΛΙΚΟ

 

Το χημικό στοιχείο χαλκός (Cuprum) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 29 και ατομικό βάρος 63,546. Έχει θερμοκρασία τήξης 1084,6 °C και θερμοκρασία βρασμού 2567 °C. Το σύμβολό του είναι Cu. Έχει κοκκινωπό χρώμα και είναι όλκιμος και ελατός. Ανήκει στην ομάδα της 1ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης.

Το αγγλικό όνομα του χαλκού (copper), προκύπτει από το λατινικό Cuprum, λέξη η οποία με τη σειρά της προέρχεται από το νησί της Κύπρου, όπου και εξορυσσόταν εκτενώς από την προϊστορική μέχρι και την ρωμαϊκή εποχή. Ο Χαλκός ανευρίσκεται αυτοφυής στην Φύση, ωστόσο σήμερα τα κοιτάσματα αυτοφυούς χαλκού είναι είτε περιορισμένα είτε μη οικονομικά εκμεταλλεύσιμα. Περισσότερο συνήθης είναι η εμφάνισή του στο φλοιό της γης, ως θειούχο ορυκτό, όπως ο χαλκοπυρίτης(CuFeS2), ο κοβελλίνης (CuS), ο χαλκοσίνης (Cu2S), ο κυπρίτης, ο μαλαχίτης και ο αζουρίτης.  Η συγκέντρωσή του στα ορυκτά αυτά είναι συνήθως χαμηλή. Τυπικά μεταλλεύματα χαλκού περιέχουν από 0,5% Cu (ανοικτά ορυχεία) έως 1- 2% Cu (υπόγεια ορυχεία). Μεταλλικός χαλκός παράγεται από τα παραπάνω μεταλλεύματα με πυρομεταλλουργία: φρύξη, σύντηξη και εξευγενισμό.

Αυτοφυής Χαλκός

Ο χαλκός εμφανίζεται επίσης σε μικρότερο βαθμό στα οξειδωμένα μεταλλεύματα (ανθρακικά, οξείδια, υδροξυ-πυριτικά, θειικά). Μεταλλικός χαλκός παράγεται από αυτά τα μέταλλα με διαφορετικές μεθόδους υδρομεταλλουργίας, όπως είναι η εκχύλιση, η βιοεκχύλιση (πχ. στην Σκουριώτισσα Κύπρου), η εκχύλιση σε οργανικό διαλύτη και η ηλεκτρανάκτηση.

Τα μεταλλεύματα χαλκού απαντώνται σε πολλούς κοιτασματολογικούς τύπους παγκοσμίως, μεταξύ των οποίων σημαντικά είναι τα μεταλλεύματα πορφυρικού τύπου όπου είναι συνήθης η παράλληλη μεταλλοφορία του χρυσού. Επίσης μεγάλη σημασία ως μελλοντικές πηγές χαλκού έχουν οι περιεκτικότητες χαλκού στα πεδία «κονδύλων» (nodules) σε μεγάλα βάθη σε ωκεάνιες περιοχές, καθώς και σε κοιτάσματα συμπαγών θειούχων μεταλλευμάτων που συνδέονται με ηφαιστειακή δραστηριότητα. Μια τρίτη σημαντική πηγή του χαλκού είναι τα scraps χαλκού και κραμάτων χαλκού. H παραγωγή χαλκού από αντικείμενα που ανακυκλώνονται είναι επίσης σημαντική (10-15% της παραγωγής των ορυχείων). Στην Ελλάδα σήμερα δεν παράγεται πρωτογενής χαλκός από «ίδια» κοιτάσματα. Ο δευτερογενής χαλκός (προέρχεται από ανακύκλωση) που παράγεται, δεν μπορεί να εκτιμηθεί με ακρίβεια, διότι πραγματοποιείται σε μεγάλο βαθμό από ένα κύκλωμα παράνομων συλλεκτών και μεταποιητών, που δεν ελέγχονται από την ελληνική πολιτεία.

Φυσικές ιδιότητες: Είναι μέταλλο με χαρακτηριστικό χρώμα (ερυθρό του χαλκού) και χαρακτηριστική μεταλλική λάμψη. Είναι επίσης μαλακός (σκληρότητα 2.5-3 στην Κλίμακα Mohs δύστηκτος (σημείο τήξεως 1084,6° C, σημείο βρασμού 2562° C), ιδιαίτερα ελατός και όλκιμος, πολύ καλός αγωγός της θερμότητας και του ηλεκτρισμού. Λόγω της ιδιότητάς του όταν είναι τηγμένος να απορροφά ατμοσφαιρικό αέρα, τον οποίο αποβάλλει ψυχόμενος, δεν μπορούν να κατασκευασθούν χυτά αντικείμενα από χαλκό. Δεν εμφανίζει σχιστότητα, ενώ έχει ανώμαλη θραύση. Είναι τελείως αδιαφανής, ακόμη και σε λεπτά ελάσματα. Δεν εμφανίζει μαγνητικές ιδιότητες. Σε επαφή με άλλα μέταλλα εμφανίζει διαφορά δυναμικού (φαινόμενο Galvani).

Χημικές ιδιότητες: Ο χαλκός εμφανίζει δύο αριθμούς οξείδωσης (+1 και +2). Δεν είναι ιδιαίτερα δραστικό μέταλλο γι’ αυτό και δεν αντιδρά εύκολα με άλλα στοιχεία και δεν χρησιμοποιείται ευρέως ως αναγωγικό. Στον ατμοσφαιρικό αέρα καλύπτεται αρχικά από οξείδιό του, το οποίο, με το διοξείδιο του άνθρακα μετατρέπεται σε ανθρακικό χαλκό, προσδίνοντάς του πρασινωπό χρώμα (μαλαχίτης). Αντιδρά με οξυγόνο, θείο και αλογόνα προς τις αντίστοιχες ενώσεις. Δεν προσβάλλεται από αραιά οξέα ούτε από πυκνό θειικό οξύ, προσβάλλεται όμως από το νιτρικό οξύ (HNO3). Έχει δύο σταθερά ισότοπα το 63Cu και το 65Cu.

 

Αριστερά: Χαλκοσίτης [Cu2S]
Δεξιά: Χαλκοπυρίτης [CuFeS2]
Σύμφωνα με την αρχαιολογία, ο χαλκός είναι το πρώτο από τα μέταλλα που χρησιμοποίησε συστηματικά ο άνθρωπος για την κατασκευή σκευών, εργαλείων και όπλων. Εκτιμάται ότι ο χαλκός έγινε γνωστός περίπου το 9.000 π.Χ, πιθανόν επειδή συναντάται ως αυτοφυής και δεν απαιτεί μεταλλουργική διαδικασία για την παρασκευή του σε καθαρή μορφή. H χρήση καθαρού χαλκού ήταν γνωστή στη Μικρά Ασία από το 6.500 π.Χ ενώ από τα μέσα της 4ης χιλιετίας άρχισε ν’ αναπτύσσεται η μεταλλουργία που προκάλεσε και την αστικοποίηση της Μεσοποταμίας. Περί το 3.000 π.Χ  η χρήση χαλκού ήταν πλήρως διαδεδομένη στην Εγγύς Ανατολή. Η χρήση του ορείχαλκου ήταν ευρύτερα διαδεδομένη στη 2η χιλιετία μέχρι την 1η όπου ακολούθησε η ευρύτερη χρήση του σιδήρου. Είναι επίσης γνωστό ότι η μεταλλουργία του χαλκού ήταν ενεργή γενικότερα στο χώρο του Αιγαίου (πχ. στην Σέριφο), κατά την διάρκεια της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, η οποία θεωρητικά σηματοδοτεί την έναρξη χρήσης του χαλκού για την κατασκευή εργαλείων όπλων, χρηστικών αγγείων, κοσμημάτων κλπ.

Οι ενεργειακές ιδιότητες του χαλκού ήταν γνωστές από την εποχή του Ιπποκράτη. Ο Ιπποκράτης (400 π. Χ.) χρησιμοποιούσε χαλκό για την απολύμανση ποδιών με έλκη από φλεβίτιδα, αντιμετώπιζε με χαλκό (ή χαλκό και μέλι) ανοιχτές πληγές και δερματικά προβλήματα, ενώ Ρωμαίοι, Αζτέκοι, Πέρσες, Ινδοί και Μογγόλοι τον είχαν πρώτο και καλύτερο για έλκη και μολύνσεις. Οι Ατζέκοι χρησιμοποιούσαν οξείδιο του χαλκού και πράσινο του μαλαχίτη για διαφόρων ειδών δερματοπάθειες. Στη Γαλλία κατά τη διάρκεια της επιδημίας της χολέρας (1850 μ.Χ) παρατηρήθηκε ότι οι εργάτες σε ορυχεία χαλκού είχαν ανοσία στη χολέρα.

Ορυκτά οξείδωσης του Χαλκού. Αριστερά: Μαλαχίτης [Cu2(OH)2CO3], Κέντρο: Αζουρίτης [2CuCO3 Cu(OH)2], Δεξιά: Κυπρίτης [Cu2O].
  Οι θεραπευτικές ιδιότητες του χαλκού εντοπίστηκαν αρχικά στους σκλάβους. Παρότι δούλευαν όλη μέρα κάτω από άσχημες συνθήκες και σε ακατάλληλο, υγρό περιβάλλον, δεν παρουσίασαν ποτέ προβλήματα ρευματοπάθειας ή αρθριτικά, επειδή ήταν αλυσοδεμένοι. Κι αυτό γιατί οι λωρίδες χαλκού που είχαν στα χέρια και τα πόδια, τους προστάτευαν από τέτοιου είδους παθήσεις. Ο χαλκός αντιπροσώπευε για τους Αιγύπτιους την αιώνια ζωή, την υγεία και την ευημερία και χρησιμοποιούνταν για τη θεραπεία λοιμώξεων και την αποστείρωση του νερού.

 

Χάλκινο ειδώλιο 1600-1450 π.Χ, Τύλισσος, Αρ-χαιολογικό μου-σείο Ηρακλείου.
Χάλκινος Μινωικός πέλεκυς με ιερογλυφική γραφή από το σπή-λαιο Αρκαλοχωρίου, Ηράκλειο, Κρήτη.

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ

    Κατά την Εποχή του Χαλκού τρεις ήταν οι μεγάλοι πολιτισμοί που άκμασαν στον ελλαδικό χώρο. Ο Κυκλαδικός στα νησιά του Αιγαίου, ο Μινωικός στην Κρήτη και ο Μυκηναϊκός στην Πελοπόννησο. Και οι τρεις τους βασίστηκαν πρωτίστως στην ανάπτυξη της ναυτιλίας και του εμπορίου. Επίσης σημαντικότατο στοιχείο αυτή την εποχή αποτελεί και η διάδοση της καλλιέργειας της ελιάς και του αμπελιού. Έκτοτε η καλλιέργεια των δύο αυτών φυτών γίνεται συστηματικά και αδιαλείπτως στον ελλαδικό χώρο. Το λάδι, το κρασί και το σταφύλι αποτελούν από τότε τη βάση της μεσογειακής διατροφής.

Ο ΚΥΚΛΑΔΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο «Αυλητής της Κέρου», μαρμάρινο ειδώλιο, 2700 π.Χ, Αρχαιολογικό μουσείο Αθηνών

 Κυκλαδικό ονομάζουμε τον πολιτισμό που αναπτύχθηκε στις Κυκλάδες κατά την περίοδο 3.200- 2.000 π.Χ. Οι  Κυκλάδες, αποτελούν ένα πυκνό σύμπλεγμα μικρών νησιών, που βρίσκεται  στο νότιο τμήμα του Αιγαίου Πελάγους μεταξύ της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Μικράς Ασίας. Οι γεωλόγοι υποστηρίζουν ότι στη θέση των σημερινών Κυκλάδων υπήρχε αρχικά μια ήπειρος η Αιγηίδα,  η οποία βυθίστηκε από σεισμό πριν από 5.000.000 χρόνια. Οι κορυφές των βουνών της είναι αυτές που συνθέτουν το σημερινό νησιωτικό σύμπλεγμα των Κυκλάδων. Έτσι εξηγείται και η παρουσία τόσων ηφαιστειογενών πετρωμάτων στα νησιά αυτά. Στις Κυκλάδες αναπτύχθηκε ένας πολιτισμός με αρκετή ομοιογένεια. Βέβαια, κάθε νησί είχε τις ιδιαιτερότητές του. Σημαντικά κέντρα του
κυκλαδικού πολιτισμού αποτελούν η Πάρος, η Αντίπαρος, η Μήλος, η Νάξος, η Σίφνος, η Σέριφος, η Κύθνος και η Κέρος (βλέπε χάρτη).

Την ονομασία «Κυκλάδες» την συναντούμε για πρώτη φορά σε συγγραφείς της κλασικής αρχαιότητας.  Δεν γνωρίζουμε αν η ονομασία αυτή χρησιμοποιούνταν κατά την  περίοδο που εξετάζουμε  καθώς δεν έχουμε γραπτά μνημεία από την εποχή αυτή. Η ονομασία «Κυκλάδες» προέρχεται από το νοητό κύκλο που σχημάτιζαν τα νησιά του συμπλέγματος γύρω από το ιερό νησί της Δήλου, το νησί του Απόλλωνα.
Ο Κυκλαδικός πολιτισμός στηρίχθηκε ουσιαστικά στην ανάπτυξη της ναυτιλίας και του εμπορίου. Οι κάτοικοι των Κυκλάδων στράφηκαν προς τη θάλασσα για τρεις πολύ  βασικούς λόγους:

1) Οι δυνατοί άνεμοι που πνέουν στο Αιγαίο Πέλαγος ευνοούσαν την ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας.

2) Η γη σε μεγάλο ποσοστό ήταν βραχώδης και άγονη.

3) Οι Κυκλάδες αποτελούσαν μια νοητή γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ένα σταυροδρόμι. Οι Κυκλαδίτες με τα πλοία τους ταξίδευαν στη Μεσόγειο από τον Εύξεινο Πόντο έως και την Αδριατική θάλασσα.

 

Πολυτιμότατο υλικό για το εμπόριο υπήρξαν τα ορυκτά πετρώματα. Περιζήτητος παντού, όπως και στο παρελθόν ήταν ο οψιδιανός της Μήλου. Ο οψιδιανός ήταν «το ατσάλι» της εποχής. Οι άνθρωποι κατασκεύαζαν ανθεκτικά εργαλεία και όπλα από αυτό το ορυκτό πέτρωμα ήδη από το τέλος της παλαιολιθικής εποχής όπως έχουμε ήδη αναφέρει. Επίσης ένα άλλο υλικό, που υπήρξε πολύ σημαντικό ήταν η σμύριδα της Νάξου, αφού αποτελούσε ένα από τα καλύτερα λειαντικά μέσα που είχε στην διάθεση του ο άνθρωπος και χρησίμευε σε παντός είδους λιθοτεχνία. Η σμύριδα Νάξου, στην τοπική διάλεκτο σμυρίγλι, είναι πέτρωμα που απαντάται στη Νάξο στις πλαγιές του όρους Αμμόμαξη ανάμεσα στους οικισμούς Κόρωνο και Απείρανθο, στα βόρεια της νήσου. Το χρώμα της είναι κυανόμαυρο και κάποιες φορές κατάμαυρο, περιέχει κυρίως κορούνδιο (50%- 66%), οξείδια του σιδήρου (16%- 28%) και άλλα ορυκτά (περίπου 20%). Η σμύριδα έχει πολύ μεγάλη σκληρότητα, 9 στην κλίμακα Mohs και απαντάται σε κρυσταλλοσχιστώδεις περιοχές συνήθως σε μορφή κοίτης ή φλέβας.

Όσον αφορά τους οικισμούς της εποχής, οι περισσότεροι που έχουν βρεθεί στις Κυκλάδες περιβάλλονται από οχυρώσεις, γεγονός που δείχνει την ανάγκη τους για προστασία, πιθανότατα από τις πειρατικές επιδρομές. Σε κάποιους απ’ αυτούς τους οικισμούς διαπιστώνουμε και την ύπαρξη ενός κεντρικού επιβλητικού οικοδομήματος. Εκεί εικάζεται από τους μελετητές, ότι διέμενε ο ηγεμόνας του οικισμού με την οικογένειά του.

ΤΑ ΚΥΚΛΑΔΙΚΑ ΕΙΔΩΛΙΑ

Βιολόσχημο μαρμάρινο ειδώλιο, 2800 π.Χ, Βρε-τανικό Μουσείο, Λονδίνο.

Τα ειδώλια αποτελούν τη σημαντικότερη δημιουργία της κυκλαδικής μαρμαρογλυπτικής. Στην πλειονότητά τους απεικονίζουν γυμνές γυναικείες μορφές με διπλωμένα χέρια πάνω από την κοιλιά (το αριστερό κατά κανόνα πάνω από το δεξί), ελαφρώς λυγισμένα γόνατα και το κεφάλι ελαφρώς ανασηκωμένο προς τα πίσω. Τα περισσότερα, δεν ξεπερνούν τα 40 εκ. σε ύψος. υπάρχει και αρκετά παραδείγματα που απεικονίζουν τη γυναικεία μορφή με τρόπο εξαιρετικά σχηματικό. Ο πιο γνωστός τύπος είναι τα «βιολόσχημα» ειδώλια της Πρωτοκυκλαδικής Ι (3000-2600 π.Χ) περιόδου, που ονομάστηκαν έτσι επειδή το σχήμα τους μοιάζει με βιολί. Είναι κατά κανόνα μικρού μεγέθους και σπανίως ξεπερνούν τα 15-20 εκ. ύψος. Η ανδρική μορφή αναπαρίσταται σπάνια στην Κυκλαδική τέχνη. Συνήθως τη συναντούμε σε καθιστά ειδώλια, ειδώλια μουσικών των αρχών της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ (2600-2300 π.Χ) περιόδου, ή σε ειδώλια κυνηγών/πολεμιστών (στα τέλη της ίδιας περιόδου). Τα γνωστά παραδείγματα ανδρικών ειδωλίων στην «κανονική» όρθια στάση είναι ελάχιστα. Το κυριότερο υλικό κατασκευής των τεχνουργημάτων αυτών αποτελεί το μάρμαρο, είτε από την Πάρο είτε από την Νάξο, δυο σημαντικές πηγές μαρμάρου που χρησιμοποιήθηκαν από τότε και καθ’ όλη την διάρκεια της ελληνικής αρχαιότητας.

 

ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ – ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟ ΥΛΙΚΟ

Ο «Αρπιστής της Κέρου», μαρμάρινο ειδώλιο, 2700-2500 π.Χ, Αρχαιολογικό μουσείο Αθηνών.

 Το μάρμαρο είναι πέτρωμα αποτελούμενο από ασβεστίτη (CaCO3) ή και από το συνδυασμό των ορυκτών ασβεστίτη (CaCO3) και δολομίτη ((Ca,Mg) (CO3)2) και έχει δημιουργηθεί από την μεταμόρφωση ασβεστόλιθων, δηλαδή ιζηματογενών ανθρακικών πετρωμάτων. Η λέξη ετυμολογείται από την αρχαιοελληνική λέξη μάρμαρος, που σημαίνει «λαμπερός λίθος». Κατά την ομηρική εποχή είχε την έννοια μεγάλου ογκόλιθου, ανεξαρτήτως σύστασης του πετρώματος, ενώ αργότερα με την εξέλιξη της πετρογραφικής και γεωλογικής έννοιας, χρησιμοποιούνταν για να καλύψει τις κατηγορίες εκείνες των πετρωμάτων που προέρχονται από τη μεταμόρφωση ασβεστόλιθων ή δολομιτών. Στην εμπορική γλώσσα, ως μάρμαρο θεωρείται κάθε κρυσταλλικό πέτρωμα, με ορυκτολογική σύσταση στην οποία επικρατούν κυρίως ορυκτά με σκληρότητα 3 ως 4 της σκληρομετρικής κλίμακας Mohs (ασβεστίτης, δολομίτης κλπ) και το οποίο επιπλέον επιδέχεται κοπή, λείανση και στίλβωση ώστε να είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ως διακοσμητικό ή δομικό υλικό. Στην κατηγορία των μαρμάρων ανήκουν διάφορα πετρώματα, ποικίλων χρωμάτων, που εξορύσσονται σε όγκους, επιδέχονται κοπή σε πλάκες, λείανση και στίλβωση. Επίσης ο πωρόλιθος, το αλάβαστρο, ο όνυχας, οι δομικοί λίθοι λαξευτοί ή όχι, οι σχιστολιθικές και οι ασβεστολιθικές πλάκες και παρεμφερή πετρώματα χρησιμοποιούμενα για δομικούς και διακοσμητικούς σκοπούς. Η εικόνα που συνδέεται συνήθως με την αρχαιοελληνική μνημειακή γλυπτική είναι αγάλματα και οικοδομήματα από λευκό μάρμαρο. Μια εικόνα μάλλον λανθασμένη, ωστόσο, γιατί αφενός το μάρμαρο ως υλικό διαθέτει τόση λευκότητα όση του επιτρέπουν οι προσμίξεις του, αφετέρου γιατί πολλά είναι τα μαρμάρινα ευρήματα που φέρουν στοιχεία-ίχνη χρωστικών υλών στην επιφάνειά τους. Οι φιλολογικές μαρτυρίες για τους τρόπους εξόρυξης των μαρμάρων είναι από λιγοστές έως ανύπαρκτες. Ως λατομείο εκλαμβάνεται μια οργανωμένη θέση διαρκούς και εντατικής εξόρυξης λίθινου υλικού. Τα διάφορα ευρήματα ή οι όποιες διαπιστώσεις μας προκύπτουν από έρευνες στα αρχαία λατομεία και από πειραματικές εφαρμογές μεθόδων που διατηρούνταν ως πρόσφατα (στις αρχές του περασμένου αιώνα) για την εξόρυξη του μαρμάρου. Εν γένει τα αρχαία λατομεία διακρίνονταν σε επιφανειακά ή υπόγεια, σε συγκυριακά ή μόνιμα. Τα συγκυριακά εξυπηρετούσαν μάλλον τις ανάγκες ενός συγκεκριμένου έργου, ενώ στα μόνιμα οργανωμένα λατομεία εξορυσσόταν ορυκτό για διάφορα έργα που μεταφερόταν ενίοτε σε μεγάλες αποστάσεις. Στα υπαίθρια λατομεία η θραύση και αποκοπή του υλικού γινόταν με κατακόρυφες και οριζόντιες αυλακιές με πριόνι και άμμο. Στη συνέχεια άνοιγαν σε αυτά υποδοχές για μεταλλικές ή ξύλινες σφήνες, προκειμένου να αποσπάσουν τον όγκο από το μητρικό πέτρωμα.

Στην Παλαιολιθική εποχή οι λίθοι συλλέγονται επιφανειακά και χρησιμοποιούνται κυρίως ως εργαλεία. Οι πρώτες προσπάθειες εξόρυξης ξεκινούν πολύ αργότερα, στη Μέση Νεολιθική περίοδο (5.000 π.Χ), όταν ο λίθος αρχίζει να χρησιμοποιείται ως οικοδομικό υλικό, κυρίως για την ενίσχυση της θεμελίωσης κτισμάτων. Στην εποχή του Χαλκού (3200-1100 π.Χ) με την ανάπτυξη των πρώτων μεγάλων αστικών κέντρων τα κτίρια χάνουν την αρχική τους λειτουργία σαν καταφύγια και αποκτούν μια άλλη υπόσταση. Τώρα συνδέονται με την οικονομική, πολιτιστική και πολιτική ανάπτυξη των κοινωνιών. Πλέον, εκτός από κατοικίες, οικοδομούνται μεγαλοπρεπή λιθόκτιστα κτίρια (ναοί, ανάκτορα, μέγαρα, δημόσια κτίρια και ταφικά μνημεία), αλλά και οχυρωματικά έργα που προκαλούν δέος με την κυκλώπεια κατασκευή τους. Αν και δεν γνωρίζουμε λατομεία που να χρονολογούνται με ασφάλεια σε αυτή την περίοδο, το μέγεθος των οικοδομικών έργων υπονοεί την λειτουργία θέσεων λατόμησης όλου αυτού του υλικού.

Σχόλια

σχόλια

Close Menu
Scroll Up