Shakila – Ιωάννα Μπράτη

Ο λίθος, τα μέταλλα και τα ορυκτά στην ιστορία της ανθρωπότητας – μέρος 4ο

Ο ΜΙΝΩΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

 Γύρω στο 2.200 π.Χ μία μεγάλη δύναμη αναδεικνύεται στο Αιγαίο και μονοπωλεί το θαλάσσιο εμπόριο της ευρύτερης περιοχής: η Μινωική Κρήτη. Οι έμποροι των Κυκλάδων σταδιακά εκτοπίζονται. Ο Μίνωας της Κνωσού, ένας τίτλος ανάλογος με αυτόν του βασιλιά, καθαρίζει τη θάλασσα από τους πειρατές και υποχρεώνει πολλά νησιά να πληρώνουν φόρο υποτέλειας. Η περίοδος της Μινωικής θαλασσοκρατίας μόλις ξεκινά, χίλια περίπου χρόνια μετά την απαρχή του, στις αρχές της τρίτης χιλιετίας πριν την γέννηση του Χριστού.

Το Ανάκτορο της Κνωσού 3.000-1.350 π.Χ, στον λόφο Κεφάλα, Ηράκλειο, Κρήτη.

Ο Μινωικός πολιτισμός αναπτύχθηκε στο νησί της Κρήτης κατά την περίοδο 2.800- 1.100 π.Χ. Η ονομασία «Μινωικός» προέρχεται από το Μίνωας. Ήταν άραγε ο Μίνωας ένας συγκεκριμένος ηγεμόνας όπως διαφαίνεται στην Ελληνική μυθολογία ή ο «Μίνωας» ήταν ο τίτλος του ηγεμόνα του ανακτόρου της Κνωσού; Φαίνεται πως μάλλον ισχύει το δεύτερο. Η Κνωσός ήταν η μεγαλύτερη και πολυπληθέστερη πόλη και το σπουδαιότερο ανάκτορο της Μινωικής Κρήτης. Εκτός από το ανάκτορο της Κνωσού, υπάρχουν και τα ανάκτορα της Φαιστού, των Μαλίων και της Κάτω Ζάκρου. Κάθε ανάκτορο φαίνεται να αποτελούσε και έδρα ενός ηγεμόνα. Οι ηγεμόνες ήταν για την επικράτειά τους αρχιστράτηγοι, αρχιερείς, ανώτατοι δικαστές και ρυθμιστές της αγροτικής και της βιοτεχνικής παραγωγής καθώς και του εμπορίου. Φαίνεται ότι ο Μίνωας (ο ηγεμόνας της Κνωσού) ήταν ο ισχυρότερος από τους ηγεμόνες της Κρήτης. Σύμφωνα με τους ιστορικούς ο Μίνωας καταπολέμησε την πειρατεία στο Αιγαίο και δημιούργησε μία τεράστια θαλασσοκρατορία με πολλές περιοχές να πληρώνουν φόρο υποτέλειας στην Κρήτη.

Πήλινη εγχάρακτη πινακίδα με γραμμική Α γραφή, Ανάκτορο Κνωσού.

Η ανάπτυξη και η εξέλιξη ενός πολιτισμού διαφαίνεται και από την ανάγκη δημιουργίας αρχείων καταγραφής που σημαίνει αναπόφευκτα και την δημιουργία γραφής. Η γραφή του μινωικού πολιτισμού ονομάζεται γραμμική Α και δυστυχώς ακόμη δεν έχουμε καταφέρει να την αποκρυπτογραφήσουμε. Το σημαντικότερο γραπτό μνημείο του μινωικού πολιτισμού θεωρείται από αρκετούς πως είναι ο «Δίσκος της Φαιστού», ο οποίος χρονολογείται στο 1.600 π.Χ.

Όσον αφορά τη θρησκεία, η κυριότερη θεότητα της μινωικής Κρήτης ήταν η «Θεά της Γονιμότητας». Η λατρεία της μεγάλης αυτής θεάς σχετίζεται με την αγάπη των ανθρώπων για τη φύση και την δημιουργία, τον κύκλο των εποχών αλλά και την αναπαραγωγική διαδικασία. Η Μινωική θεά απεικονίζεται σε πολλές και διαφορετικές σκηνές: στην κορυφή όρους μεταξύ δύο λεόντων ή δύο

Η Θεά των Όφεων, ειδώλιο από φαγεντιανή, 1600 π.Χ, Κνωσός.

γρυπών ως Ορεία Μήτηρ ή Πότνια Θηρών, αλλά και ως Θεά του Ιερού δέντρου, Θεά των Όφεων, των Περιστεριών, των Μηκώνων (παπαρούνες). Παρουσιάζεται σε πολλά τεχνουργήματα, όπως ειδώλια, σφραγίδες και κοσμήματα, πάντα γυμνόστηθη σε ένδειξη της θρέψης που χαρίζει το θηλυκό στοιχείο, αφού μια ακόμη συχνή μορφή της είναι αυτή της Μητέρας Κουροτρόφου. Η Θεά επίσης εμφανίζεται σε πολεμικές παραστάσεις με ξίφος και ασπίδα και άλλες φορές σε θαλασσινό ταξίδι. Τα διάφορα σύμβολα της αντιστοιχούν στις διαφορετικές της ιδιότητες. Έτσι τα φίδια μαρτυρούν τον χθόνιο χαρακτήρα της, τα περιστέρια συμβολίζουν τις ουράνιες ιδιότητές της, ενώ οι υπνοφόρες παπαρούνες είναι τα σύμβολα της μητρικής θεάς που κατευνάζει τα νήπια. Εκτός αυτής, λατρευόταν και ο νεαρός εραστής της, που κάθε χρόνο πέθαινε και ξαναγεννιόταν, συμβολίζοντας τον αέναο κύκλο ζωής, θανάτου και αναγέννησης της φύσης (αρκετά αργότερα χρονολογικά, στα Ελληνικά φύλα εμφανίζεται ο μύθος της Περσεφόνης που φαίνεται να αποτελεί απόηχο της λατρείας της Θεάς). Σημαντικό γεγονός στην Μινωική θρησκεία αποτελεί η έλλειψη μεγάλων ναών για την λατρεία των θεοτήτων. Η λατρεία φαίνεται να λάμβανε χώρα σε μικρά ανακτορικά ή οικιακά ιερά καθώς και σε ιερά σπήλαια (Δικταίο άντρο, Ιδαίο άντρο κλπ) ή σε υπαίθρια ιερά κορυφής (Γιούχτας, Πετσοφάς, Τραόσταλος κλπ). Το ιερατείο φαίνεται να αποτελούνταν κατά βάση από γυναίκες ιέρειες, με μικρή συμμετοχή λίγων αντρών ιερέων.

Η «Θεά των Μηκώνων» κεραμικό ειδώλιο, 1250-1200 π.Χ, Μεσσαρά Ηρακλείου, Κρήτη.

Τα πρώτα μεγάλα ανάκτορα χτίζονται σε όλα τα κέντρα του μινωικού πολιτισμού, την Κνωσό, τη Φαιστό, τα Μάλια και την Κάτω Ζάκρο, το 1.900 π.Χ. Χτίστηκαν δηλαδή σχεδόν μία χιλιετία μετά τη διαμόρφωση των βασικών χαρακτηριστικών του μινωικού πολιτισμού. Τα ανάκτορα αυτά καταστράφηκαν γύρω στο 1.700 π.Χ. όλα μαζί, συγχρόνως, ίσως από κάποιο πολύ μεγάλο σεισμό. Αμέσως μετά την καταστροφή τους οικοδομούνται νέα, ακόμη λαμπρότερα στις ίδιες ακριβώς θέσεις. Τα ανάκτορα της Κρήτης είναι όλα κτισμένα κατά τον ίδιο τρόπο. Αποτελούνται από ένα αρκετά πολύπλοκο πολυώροφο σύστημα διαδρόμων και δωματίων το οποίο αναπτύσσεται γύρω από μια μεγάλη ορθογώνια κεντρική αυλή. Στα ανάκτορα εκτός από τα πολυτελή βασιλικά διαμερίσματα και τους εντυπωσιακούς χώρους υποδοχής, υπήρχαν εργαστήρια, αποθήκες και ιερά. Ακόμη, εκεί στεγάζονταν και οι διοικητικές υπηρεσίες. Τα ανάκτορα είχαν εξαιρετικό υδρευτικό και αποχετευτικό σύστημα που θα μπορούσε να λειτουργήσει ακόμη και σήμερα! Χαρακτηριστική και ανεξήγητη είναι η απουσία τειχών από όλα τα ανάκτορα. Φαίνεται πως οι Μινωΐτες δεν φοβόνταν τυχόν εχθρικές επιδρομές. Ίσως επειδή η πανίσχυρη ναυτική δύναμη της Κρήτης αποτελούσε εγγύηση ότι κανείς εχθρός δε θα τολμούσε να επιτεθεί στο νησί.

Από τα αρχαιολογικά ευρήματα διαπιστώνεται η δεύτερη καταστροφή όλων των ανακτόρων της Κρήτης περίπου το 1.450 π.Χ . Τα ανάκτορα παραδίδονται στις φλόγες. Τί προκάλεσε όμως αυτή την καταστροφή; Η αλήθεια είναι πως δε μπορούμε να πούμε με σιγουριά. Οι αρχαιολόγοι έχουν πάντως διατυπώσει τέσσερις θεωρίες:

1) H σύγκρουση μεταξύ των διαφορετικών ηγεμόνων της Κρήτης.

2) Κοινωνικές συγκρούσεις: Η αμφισβήτηση των ηγεμόνων από τους υπηκόους τους.

3) Η σύγκρουση των κέντρων της μινωικής Κρήτης με τα κέντρα της μυκηναϊκής ηπειρωτικής Ελλάδας. Οι ηγεμόνες των μυκηναϊκών κέντρων της ηπειρωτικής Ελλάδας συμμάχησαν και έκαναν εκστρατεία εναντίον των μινωικών κέντρων της Κρήτης. Η σύγκρουση της μινωικής Κρήτης με τη μυκηναϊκή ηπειρωτική Ελλάδα έχει χαρακτηριστεί ως σύγκρουση μίας κοινωνίας μητριαρχικής, της μινωικής, με μία κοινωνία πατριαρχική, τη μυκηναϊκή. Κάποιοι ερευνητές πιστεύουν ότι η μινωική Κρήτη υπήρξε μητριαρχική λόγω της εξέχουσας θέσης της Μεγάλης Θεάς της γονιμότητας στη μινωική θρησκεία.

4) Μία μεγάλη φυσική καταστροφή, όπως ένας σεισμός. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι η πτώση του συστήματος των ηγεμόνων στην Κρήτη συνδέεται με την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης. Σήμερα γνωρίζουμε ότι αυτό δεν ισχύει απόλυτα, επειδή η έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης έγινε περίπου 150 χρόνια πριν την οριστική κατάρρευση των ανακτόρων. Η έκρηξη αυτή ήταν τόσο φοβερή που προκάλεσε τη βύθιση ενός μεγάλου μέρους της Σαντορίνης. Από την έκρηξη προκλήθηκε σεισμός στην Κρήτη και τεράστια παλιρροιακά κύματα φαίνεται πως έπληξαν το νησί (τσουνάμι). Εκτεταμένες καταστροφές από την έκρηξη διαπιστώνονται σε ολόκληρη την έκταση της Κρήτης, που βοήθησαν στην παρακμή του Μινωικού πολιτισμού. Μπορεί η οριστική κατάρρευση των ανακτόρων στην Κρήτη να μην οφείλεται στην έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης, όμως δεν αποκλείεται να προκλήθηκε από μία άλλη φυσική καταστροφή, όπως ένα φοβερό σεισμό. Μάλιστα πολύ πιθανή φαίνεται να είναι και η υπόθεση πως οι ηγεμόνες των Μυκηναϊκών κέντρων της ηπειρωτικής Ελλάδας εκστράτευσαν εναντίον της Κρήτης, εκμεταλλευόμενοι ακριβώς τη δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκαν οι Μινωΐτες μετά από έναν ισχυρότατο σεισμό. Σημαντικό είναι να αναφέρουμε εδώ πως και ο οικισμός που ανασκάφηκε στην περιοχή Ακρωτήρι της  Σαντορίνης εντάσσεται στο πλαίσιο του μινωικού πολιτισμού, παρ’ όλο που βρίσκεται εκτός Κρήτης.  Η αρχιτεκτονική του οικισμού αλλά και οι τοιχογραφίες του παραπέμπουν ξεκάθαρα στο Μινωικό πολιτισμό.

 

Η ΛΙΘΟΤΕΧΝΙΑ

Η τέχνη της λάξευσης του λίθου φτάνει στην Κρήτη στις αρχές της εποχής του Χαλκού (3200 π.Χ) από τις Αίγυπτο, Μικρά Ασία και Κυκλάδες όπου ήταν διαδεδομένη νωρίτερα. Η εποχή όμως της ακμής της Κρητικής λιθοτεχνίας ξεκινά από την Πρωτομινωική ΙΙ περίοδο (2600-2300 π.Χ), με τα αγγεία της εποχής αυτής να ομοιάζουν πολύ με τα εισηγμένα πρότυπά τους. Έντονες είναι οι Αιγυπτιακές επιρροές, περισσότερο στις τεχνικές κατασκευής και λιγότερο στα σχήματα των αγγείων. Σταδιακά, με το πέρασμα του χρόνου δημιουργείται μια μακρά παράδοση στη λιθοτεχνία που μεταδίδεται κατά την Ύστερη εποχή του Χαλκού (1600- 1050 π.Χ) και στην Μυκηναϊκή Ελλάδα.

 

Λίθινα αγγεία μινωικής εποχής και τεχνοτροπίας. Από αριστερά προς τα δεξιά: Αμφορέας από τραβερτίνη με το καρτούς του φαραώ Thutmose III (Κατσαμπάς, Κρήτη), Λύχνος από πορφυρίτη λίθο (Κνωσός), Λύχνος από οφίτη 1750-1450 π.Χ (Μάλια), Αμφορέας με ελισσόμενες λαβές από φλεβωτό μάρμαρο (Ζάκρος), Αμφορέας από λευκό Καλσίτη (ανάκτορο Qatna, Συρία-εξηγμένο από την Κρήτη προϊόν).


ΛΙΘΙΝΑ ΑΓΓΕΙΑ

Τα πρώτα λίθινα αγγεία κατασκευάζονται για να χρησιμοποιηθούν ως ταφικά κτερίσματα, μια συνήθεια που συναντούμε και στην Αίγυπτο. Στους πρωτομινωικούς τάφους (Μεσσαρά, Αστερούσια, Μόχλος, Ψείρα, Παλαίκαστρο) συνηθιζόταν να προσφέρουν πολλά μικρά λίθινα αγγεία μαζί με τον νεκρό. Απ τις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ παρατηρείται μια δραστική αλλαγή στην χρήση των λίθινων αγγείων, αφού χρησιμοποιούνται πλέον σε οικιακούς και εργαστηριακούς χώρους, με νέα, διαφοροποιημένα σχήματα. Για την κατασκευή τους φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν πολλά είδη εγχώριων πετρωμάτων αλλά και εισηγμένων από την Ηπειρωτική Ελλάδα, τις Κυκλάδες και την Αίγυπτο. Ιδιαιτέρως δημοφιλή ήταν τα κροκαλοπαγή πετρώματα με τις έντονες χρωματικές φλεβώσεις, που απέδιδαν ένα ιδιαίτερο διακοσμητικό τόνο στα αντικείμενα.

Μινωικά λίθινα αγγεία. Από αριστερά προς τα δεξιά: Λύχνος από στεατίτη 1750-1450 π.Χ, Κύπελλο «ανθο-φορίας» από οφίτη 1600-1425 π.Χ, Ανάγλυφο χταπόδι σε πορφυρίτη 1500 π.Χ (Κνωσός), Αγγείο από κροκα-λοπαγή λίθο 2000 π.Χ (Μόχλος), Αιγυπτιακό βάζο από βασάλτη (Ζάκρος).

Αλλά και η λιθογλυφία, ειδικά κατά την περίοδο των νέων ανακτόρων (Νεοανακτορική περίοδος 1700-1500 π.Χ) πραγματοποιεί σημαντικότατη πρόοδο. Φτάνει μόνο να αναλογιστούμε την απλότητα των εργαλείων της εποχής, τις σμίλες από οψιδιανό ή πυριτόλιθο και αργότερα χαλκό, τρυπάνια και ένα λειαντικό μέσο (άμμο ή σμύριδα Νάξου), για να αντιληφθούμε τη δεξιοτεχνία των Μινωιτών λιθοξόων στην κατασκευή των λίθινων έργων. Αγγεία από βασάλτη, λιπαρίτη λίθο, οψιδιανό, οφίτη, φλεβωτά μάρμαρα και ορεία κρύσταλλο χρησιμοποιούνται παρά τη σκληρότητα του πετρώματος. Όλα τα αγγεία ήταν πολυτελή και θα πρέπει να αποτελούσαν σημαντικά δώρα, διακοσμητικά αντικείμενα και κάποια από αυτά φαίνεται να είχαν τελετουργική χρησιμότητα. Η καλλιτεχνική έμπνευση και δεξιότητα των Μινωιτών τεχνιτών είναι πραγματικά εντυπωσιακή! Μέσα στα ευρήματα των ανασκαφών συγκαταλέγονται και κάποια αντικείμενα ιδιαίτερου κάλλους και τεχνικής που τα καθιστούν αξιομνημόνευτα. Τα σημαντικότερα απ’ αυτά αναλύονται παρακάτω:


Ρυτό σε σχήμα ταυροκεφαλής
 

Χρονολόγηση: Ύστερη Εποχή του Χαλκού, 1550 – 1500 π.Χ.

Τόπος Εύρεσης: Κνωσός, Μικρό ανάκτορο

Διαστάσεις: μήκος: 0,26 μ.

Υλικό: Ορεία Κρύσταλλος, Μαύρος Στεατίτης, Ίασπις, Μάργαρος

Χρήση:            Τελετουργική χρήση

Ένα έξοχο δείγμα της μινωικής λιθοτεχνίας και από τα πιο εντυπωσιακά έργα της πρώιμης νεοανακτορικής περιόδου είναι αυτό το ρυτό σε σχήμα ταυροκεφαλής. Πρόκειται για τελετουργικό αγγείο, που γέμιζε με το απαραίτητο υγρό για τη σπονδή από μια τρύπα στον τράχηλο και άδειαζε από μια δεύτερη στο ρύγχος. Η μορφή του ταυτίζεται με το κύριο ιερό ζώο της μινωικής θρησκείας, τον ταύρο. Τα κέρατά του, που δεν βρέθηκαν, πρέπει να ήταν ξύλινα και επιχρυσωμένα, τα μάτια του ήταν ένθετα από ορεία κρύσταλλο με ζωγραφισμένη την ίριδα, τα βλέφαρα από ίασπι και το ρύγχος από μάργαρο. Με ανάγλυφο αποδίδονται οι βόστρυχοι του ζώου ανάμεσα στα κέρατα, ενώ το τρίχωμα στα άλλα σημεία της κεφαλής δηλώνεται με εγχάρακτες γραμμές. Εντυπωσιακός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο λιθοξόος έχει αποδώσει τη φυσικότητα και τη δύναμη του ταύρου, τις ανατομικές του αναλογίες, τις πτυχώσεις στο λαιμό του και την εκφραστικότητά του. Το αγγείο δεν σώζεται ολόκληρο (αυθεντική είναι μόνο η αριστερή πλευρά του κεφαλιού).

 

 

 

Ρυτό με παράσταση ιερού κορυφής

Χρονολόγηση: Ύστερη Εποχή του Χαλκού, 1550-1500 π.Χ.

Τόπος Εύρεσης: Ζάκρος, ανάκτορο

Διαστάσεις: ύψος: 0,31 μ.

Υλικό: πράσινος χλωρίτης

Χρήση:            Τελετουργική χρήση

Από τα σημαντικότερα μινωικά έργα τέχνης είναι το ρυτό με τη μοναδική παράσταση του ιερού κορυφής. Κατασκευάσθηκε από διαφορετικά κομμάτια, που συνδέθηκαν μεταξύ τους, και ήταν όλο καλυμμένο από φύλλο χρυσού. Έχει ραδινό σώμα και κοντό λαιμό, που ενώνονται με κυματοειδή δακτύλιο. Ολόκληρη η επιφάνειά του διακοσμείται από την παράσταση που έχει αποδοθεί σε χαμηλό ανάγλυφο. Τα σχηματοποιημένα βράχια δηλώνουν τη σκληρότητα του τοπίου, όπου ανθίζουν σποραδικά λουλούδια και θάμνοι, ενώ αίγαγροι τρέχουν σε «ιπτάμενο καλπασμό». Στο ανώτερο μέρος, που υποδηλώνει την κορυφή του βουνού, εικονίζεται το τριμερές ιερό, που περιβάλλεται από τείχος. Η κεντρική θύρα του κτηρίου είναι διακοσμημένη με σπείρες και στην κορυφή της κάθονται δύο αντιμέτωπα ζεύγη αίγαγρων. Τα πλαϊνά κλίτη διακοσμούνται με κοντάρια και λάβαρα, ενώ στη στέγη τους υπάρχουν κέρατα καθοσιώσεως, επάνω στα οποία κάθονται πουλιά. Στην αυλή του ιερού, μπροστά από μια κλίμακα, εμφανίζονται τρεις διαφορετικοί βωμοί.

 

 

Ποτήρι «της αναφοράς»

Χρονολόγηση: Ύστερη Εποχή του Χαλκού, 1550 -1500 π.Χ.

Τόπος Εύρεσης: Αγία Τριάδα, Βασιλική έπαυλη

Διαστάσεις: ύψος: 0,465 μ.

Υλικό: Μαύρος Στεατίτης

Χρήση: Τελετουργική χρήση

Το κωνικό κύπελλο, γνωστό ως «ποτήρι αναφοράς» ή «του αρχηγού» είναι ένα από τα μοναδικά λίθινα σκεύη που βρέθηκαν στη νεοανακτορική έπαυλη της Αγίας Τριάδας. Έχει χαμηλή βάση, που χωρίζεται από το σώμα με επτά ανάγλυφους δακτυλίους, ενώ το σώμα του διακρίνεται σε δύο τμήματα με δύο κατακόρυφες ανάγλυφες ταινίες, διακοσμημένες με εγχαράξεις. Η κύρια σύνθεση απεικονίζει δύο αντιμέτωπους νεαρούς άνδρες. Ο ένας, ο πρίγκιπας, στέκεται σε τελετουργική στάση κρατώντας σκήπτρο στο δεξί χέρι, έχει μακριά μαλλιά και φοράει περίζωμα, υψηλά υποδήματα και περιδέραια. Απέναντί του στέκεται ο νεαρός αξιωματούχος με μαζεμένα μαλλιά και λοφίο στο κεφάλι. Φοράει περίζωμα και υψηλά υποδήματα και κρατάει σπαθί, ακουμπισμένο στο δεξί του ώμο, σε στάση χαρακτηριστική της αναφοράς. Και οι δύο νέοι διακρίνονται για την κομψότητα στο ύφος και την εξωτερική τους ένταση. Στην πίσω πλευρά απεικονίζονται τρεις μορφές, ίσως ακόλουθοι, που μεταφέρουν δέρματα, τα οποία ο νεαρός αξιωματούχος παρουσιάζει στον πρίγκιπα.

 

Αγγείο «των θεριστών»

Χρονολόγηση: Ύστερη Εποχή του Χαλκού, 1550 – 1500 π.Χ.

Τόπος Εύρεσης: Αγία Τριάδα, Βασιλική έπαυλη

Διαστάσεις: ύψος: 0,465 μ.

Υλικό: Μαύρος Στεατίτης

Χρήση:            Τελετουργική χρήση

Το περίφημο «αγγείο των θεριστών» συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα της νεοανακτορικής τέχνης. Πρόκειται για ρυτό με ωοειδές σχήμα, που θυμίζει αυγό στρουθοκαμήλου, και η επιφάνειά του καλύπτεται με μια μοναδική παράσταση. Σε χαμηλό ανάγλυφο αποδίδεται πομπή ανδρών, που προχωρούν σε ομάδες κρατώντας θεριστικά εργαλεία στον ώμο τους, ενώ ορισμένοι τραγουδούν με τη συνοδεία σείστρου. Την πομπή οδηγεί ένας μεσήλικας με μακριά μαλλιά, που φοράει παράξενο φολιδωτό χιτώνα με κρόσσια και στο δεξί του χέρι κρατάει ανασηκωμένο ραβδί. Συνθετική δύναμη, ζωντάνια και ανατομική ακρίβεια κυριαρχούν στην παράσταση, η οποία διαθέτει ρυθμό και μουσικότητα στην κίνηση. Αποκορύφωμα της ευαισθησίας του καλλιτέχνη και της ζωντάνιας της σκηνής είναι η απεικόνιση ενός άνδρα που γυρνάει το κεφάλι του προς τα πίσω, γελώντας περιπαικτικά προς έναν άλλο, που μάλλον έχει σκοντάψει. Το αγγείο ήταν κατασκευασμένο σε τρία τμήματα, από τα οποία σήμερα σώζονται το ανώτερο μέρος του σώματος και ο ένθετος λαιμός.

 

 

Ρυτό σε σχήμα τρίτωνα

Χρονολόγηση: Μέση Εποχή του Χαλκού, 18 – 15 αι. π.Χ.

Τόπος Εύρεσης: Μάλια, Ανάκτορο Μαλίων

Διαστάσεις: μήκος: 0,268 μ., πλάτος: 0,125 μ., διάμετρος: 0,008 μ. (οπή)

Υλικό: Οφίτης

Λίθινο ρυτό που μιμείται τρίτωνα, το πολύ γνωστό στη Μεσόγειο θαλάσσιο όστρεο. Σώζεται σε καλή κατάσταση και εξωτερικά φέρει εγχάρακτη και ανάγλυφη διακόσμηση: σε χαμηλό ανάγλυφο, ταινίες με ζεύγη ημικυκλίων και δακτυλίους, που ορίζονται από ζεύγη εγχάρακτων γραμμών. Η παράσταση παρέχει σημαντικές πληροφορίες για τη μινωική θρησκεία και τις σχέσεις της Κρήτης με την Αίγυπτο κατά την Υστερομινωική ΙΒ περίοδο: σε ακανόνιστο πλαίσιο, που υποδηλώνει σπηλαιώδες άνοιγμα, εικονίζονται δύο αντιμέτωποι μινωικοί δαίμονες με όμοια χαρακτηριστικά. Ο δεξιός κρατεί σπονδική πρόχου και αδειάζει το περιεχόμενό της στα χέρια του αριστερού, μεγαλύτερου δαίμονα. Το θέμα είναι εμπνευσμένο από τη δημοφιλή αιγυπτιακή θεότητα Taweret, που ήταν προστάτιδα της φύσης και της ζωής, με πολλές αποτροπαϊκές και εξαγνιστικές ιδιότητες. Οι Μινωίτες έδωσαν έμφαση κυρίως στον καθαρτήριο ρόλο της, κάτι που φαίνεται και στη συγκεκριμένη παράσταση σε συνδυασμό με το είδος του αγγείου.

 

Λίθινη σαρκοφάγος Αγίας Τριάδας

Χρονολόγηση: Ύστερη Εποχή του Χαλκού, περίπου 1400 π.Χ

Τόπος Εύρεσης: Αγία Τριάδα

Διαστάσεις: μήκος: 1,37 μ.

Υλικό: Πωρόλιθος

Μοναδική στο είδος της λίθινη σαρκοφάγος, που βρέθηκε σε τάφο της Αγίας Τριάδας και περιείχε την ταφή κάποιου πρίγκιπα. Είναι επιχρισμένη με κονίαμα και ζωγραφισμένη με την τεχνική της τοιχογραφίας. Οι παραστάσεις, που καλύπτουν όλη την επιφάνειά της με τη μορφή ζωφόρου, παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τα έθιμα ταφής των ανώτερων αξιωματούχων στα χρόνια της μυκηναϊκής κατοχής της Κρήτης. Στη μία μακρά πλευρά παριστάνεται πομπή γυναικών, θυσία ταύρου υπό τους ήχους αυλού και προσφορές σε βωμό μπροστά από διπλό πέλεκυ, ιερό με επίστεψη κεράτων καθιερώσεως και ιερό δένδρο. Στην άλλη μακρά πλευρά εικονίζονται δύο σκηνές: στο αριστερό μέρος ιέρειες μεταφέρουν το αίμα του θυσιασμένου ταύρου με τη συνοδεία μουσικού με λύρα, και το μεταγγίζουν σε άλλο αγγείο, που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο διπλούς πελέκεις. Δεξιά, άνδρες ντυμένοι με δέρματα ζώων, σε πομπή, προσφέρουν ομοίωμα πλοίου και ζώα στο θεοποιημένο νεκρό, ο οποίος στέκεται μπροστά από ένα ναόμορφο κτήριο και δίπλα σε βαθμιδωτό βωμό και δένδρο. Στις στενές πλευρές της σαρκοφάγου εικονίζονται ανά δύο γυναίκες επάνω σε άρματα, που σέρνουν άλογα και γρύπες, αντίστοιχα. Το αριστουργηματικό αυτό έργο διακρίνεται για τη ζωντάνια των χρωμάτων και την κίνηση των μορφών.

 

Τελετουργικό αγγείο από ορεία κρύσταλλο

Χρονολόγηση: Ύστερη Εποχή του Χαλκού, περίπου 1500 π.Χ.

Τόπος Εύρεσης: Ζάκρος, Ανάκτορο

Διαστάσεις: ύψος: 0,16 μ.

Υλικό: Ορεία Κρύσταλλος

Χρήση: Τελετουργική χρήση

Μικρό, κομψό τελετουργικό σκεύος, μοναδικό στο είδος του, που δίκαια θεωρείται ως ένα από τα αριστουργήματα της μινωικής λιθοτεχνίας. Έχει τη μορφή οξυπύθμενης πρόχου με ευρύ χείλος και μία ψηλή λαβή. Το σώμα του κατασκευάσθηκε από ένα σπάνιο, μεγάλο πυρήνα ορείας κρυστάλλου, ενώ ο λαιμός από άλλο, μικρότερο κομμάτι. Τα δύο μέρη ενώθηκαν μεταξύ τους με ένα κρυστάλλινο τορνευτό δακτύλιο, που διακοσμήθηκε με εγκάρσιους επίχρυσους δακτυλίους από φαγεντιανή. Η λαβή του αγγείου σχηματίζεται από δεκατέσσερις κρυστάλλινες χάντρες, που συγκρατούνται με ορειχάλκινο σύρμα και ήταν επίσης καλυμμένες με φύλλο χρυσού. Το αγγείο βρέθηκε στο θησαυροφυλάκιο του ανακτόρου της Ζάκρου μαζί με άλλα μοναδικά στο είδος τους τελετουργικά σκεύη της νεοανακτορικής εποχής και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εφευρετικότητας και καλαισθησίας των Μινωιτών τεχνιτών. Ήταν σπασμένο σε εκατοντάδες μικρά κομμάτια, τα οποία ανασύνθεσαν με θαυμαστό τρόπο οι συντηρητές του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου.

 

Πυξίδα με ζωόμορφη λαβή

Χρονολόγηση: Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, περίπου 2400 π.Χ.

Τόπος Εύρεσης: Ζάκρος, Ανάκτορο

Διαστάσεις: διάμετρος: 0,12 μ.

Υλικό: Πράσινος στεατίτης

Χρήση:            Αρωματικά

Χαρακτηριστικό δείγμα προανακτορικής τέχνης αποτελεί η λίθινη πυξίδα που βρέθηκε στο ανάκτορο της Ζάκρου. Το χαμηλό κυλινδρικό αγγείο καλύπτεται με πώμα, που είναι ολόκληρο διακοσμημένο με περίτεχνες εγχαράξεις, οι οποίες σχηματίζουν διαγραμμισμένα τρίγωνα. Το διακοσμητικό μοτίβο παραπέμπει στις Κυκλάδες και δηλώνει τις επαφές των δύο περιοχών κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Στο χείλος του πώματος διακρίνονται δύο ζεύγη μικρών οπών, που έχουν αντίστοιχα στη βάση του αγγείου και χρησίμευαν στη στερέωσή του. Η λαβή του πώματος έχει τη μορφή σκύλου νωχελικά καθισμένου, με τεντωμένα τα μπροστινά πόδια. Το σώμα του ζώου είναι επιπεδόγλυφο, αλλά το κεφάλι του αποδίδεται ολόγλυφο, δίνοντας στη μορφή του μεγαλύτερη ζωντάνια. Στο αγγείο αυτό είναι εμφανής η επικράτηση της φυσιοκρατίας και η σταδιακή μεταλλαγή της μινωικής τέχνης σε σχέση με τα προηγούμενα, σχηματοποιημένα θέματα. Ένα ακριβώς όμοιο πώμα πυξίδας που βρέθηκε στο Μόχλο (Λασίθι), φαίνεται ότι κατασκευάσθηκε από τον ίδιο τεχνίτη.

 

ΠΡΩΤΕΣ ΥΛΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ

 

Αγγείο από χλωρίτη λίθο, μεσομινωικής περιόδου 2160-1800 π.Χ

Αρχικά, οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν από τους Μινωίτες τεχνίτες ήταν τοπικά ασβεστολιθικά πετρώματα, δηλαδή χλωρίτες, σερπεντίνης και στεατίτης. Η σταθερή εξέλιξη της λιθοτεχνίας όμως επέτρεψε την κατεργασία σκληρότερων αλλά και πιο εύθραυστων λίθων Εκτός των τοπικών πετρωμάτων οι Μινωίτες χρησιμοποιούσαν και εισηγμένα πετρώματα όπως το κόκκινο μάρμαρο (rosso antico), ο πράσινος πορφυρίτης (lapis lacedaemonius) από τη νότια Πελοπόννησο, το λευκό Κυκλαδικό μάρμαρο και ο Οψιδιανός από τη Νίσυρο. Αλάβαστρο, κόκκινος πορφυρίτης και ορεία κρύσταλλος εισάγονταν από την Αίγυπτο.

Όσον αφορά τις τεχνικές κατεργασίας και κατασκευής γνωρίζουμε πως τα πρωιμότερα αγγεία κατασκευάστηκαν με σμίλες και κοπίδια τόσο για τη εξωτερική λάξευση όσο και για την αφαίρεση του λίθινου πυρήνα στο εσωτερικό (τεχνική που συναντούμε και στις Κυκλάδες). Από το 2600 π.Χ άρχισε να χρησιμοποιείται το κυλινδρικό τρυπάνι για την σταδιακή αφαίρεση του εσωτερικού του λίθινου πυρήνα. Κατά την περίοδο 1750-1450 π.Χ χρησιμοποιήθηκε μια πιο εξελιγμένη τεχνική που επέτρεψε την λάξευση πιο σκληρών υλικών. Στα λίθινα αγγεία της εποχής διακρίνονται ίχνη τορνευτικών εργαλείων (μάλλον κυλινδρικά εργαλεία από μέταλλο που περιστρέφονταν στο κέντρο του λίθινου πυρήνα και με τη βοήθεια νερού και σμύριδας έφταναν στην λείανσή του). Η ανάγλυφη διακόσμηση που φέρουν κάποια αγγεία επιτυγχανόταν με τη χρήση μεταλλικών μαχαιριδίων, σμιλών και αιχμών, με μια τεχνική αντίστοιχη της σφραγιδογλυφίας.

 

Σχόλια

σχόλια

Close Menu
Scroll Up