Είναι ίσως μία από τις πιο συνηθισμένες φράσεις που ακούμε όταν μια σχέση δεν εξελίσσεται όπως έχουμε φανταστεί είναι το ότι
Δεν υπήρχε χημεία.
Χρησιμοποιούμε αυτήν την ατάκα σχεδόν αυτονόητα, σαν να περιγράφει κάτι απόλυτα κατανοητό.
Αλλά τι είναι τελικά αυτή η περίφημη χημεία; Είναι άραγε η αγάπη; Είναι ο έρωτας; Είναι η συμβατότητα που νιώθουμε με τον άλλον; Ή μήπως είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο;
Η αλήθεια είναι ότι η ψυχολογία δεν χρησιμοποιεί τον όρο χημεία ως επιστημονική έννοια. Η έλξη ανάμεσα σε δύο ανθρώπους επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες.
Από τη βιολογία. Όπου, ναι, μπορούμε να βρούμε στοιχεία που μας εξηγούν λογικά αυτήν την κατάσταση. Όταν γνωρίζουμε έναν άνθρωπο που μας ελκύει, ο εγκέφαλος ενεργοποιεί ένα ολόκληρο βιολογικό σύστημα που εξελίχθηκε για να μας ωθεί προς τη σύνδεση και την αναπαραγωγή. Η ντοπαμίνη, που σχετίζεται με το σύστημα ανταμοιβής, αυξάνεται σημαντικά. Είναι η ουσία που δημιουργεί τον ενθουσιασμό, την προσμονή και την έντονη επιθυμία να ξαναδούμε τον άλλον. Για τον λόγο αυτό πολλές φορές στην αρχή μιας σχέσης νιώθουμε ότι σκεφτόμαστε διαρκώς το ίδιο πρόσωπο. Παράλληλα αυξάνεται η νοραδρεναλίνη, η οποία κάνει την καρδιά να χτυπά πιο γρήγορα, αυξάνει την εγρήγορση και δημιουργεί εκείνες τις χαρακτηριστικές πεταλούδες στο στομάχι. Αντίθετα, η σεροτονίνη φαίνεται ότι μειώνεται προσωρινά στους πρώτους μήνες του έντονου ερωτικού πάθους. Γι’ αυτό πολλοί άνθρωποι παρουσιάζουν σχεδόν εμμονική σκέψη γύρω από το πρόσωπο που ερωτεύτηκαν. Καθώς όμως μια σχέση ωριμάζει, αρχίζουν να κυριαρχούν διαφορετικοί νευροβιολογικοί μηχανισμοί. Ο εγκέφαλός μας μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε έντονη έλξη για έναν άνθρωπο. Γι’ αυτό η περίφημη χημεία δεν είναι πάντα αξιόπιστος οδηγός.
Από τις εμπειρίες της παιδικής μας ηλικίας. Οι οποίες είναι καθοριστικές στις επιλογές μας. Ακόμα και αν νιώθουμε ότι είμαστε μακριά από αυτές, βρίσκουν τρόπο να τρυπώσουν από το ασυνείδητο κομμάτι μας. Να γιατί, μετά τον πρώτο ενθουσιασμό, αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε συμπεριφορές που αντιστοιχούν στην οικογένειά μας. Από τον τρόπο που μάθαμε να δεχόμαστε την αγάπη μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. Αν η μητέρα, για παράδειγμα, ήταν απομακρυσμένη, ίσως να μας ελκύουν άνθρωποι που έχουν δυσκολία στη συναισθηματική σύνδεση. Είναι σαν να προσπαθούμε να κερδίσουμε τη μητέρα μας.
Από τις πληγές μας. Τα ψυχικά σημεία που εξακολουθούν να αιμορραγούν μπορούν να μας κάνουν ιδιαίτερα ευάλωτους στις σχέσεις. Είναι σαν κάποιοι άνθρωποι να μυρίζουν αυτή την ευαλωτότητα από μακριά και να πλησιάζουν εκεί όπου τα όριά μας δεν έχουν ακόμη δυναμώσει. Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν πρόκειται για κάποια μυστηριώδη ικανότητα. Όταν κουβαλάμε άλυτα τραύματα, συχνά δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε εγκαίρως τις χειριστικές συμπεριφορές ή να προστατεύσουμε τον εαυτό μας. Έτσι μπορεί να παραμείνουμε περισσότερο σε σχέσεις που ένας πιο ασφαλής ψυχικά άνθρωπος θα απομακρυνόταν νωρίτερα. Οι ίδιες αυτές πληγές μπορούν να μας οδηγήσουν και στην εξιδανίκευση. Δεν βλέπουμε τον άνθρωπο όπως πραγματικά είναι, αλλά όπως έχουμε ανάγκη να είναι. Προβάλλουμε πάνω του την ελπίδα ότι θα καλύψει παλιές ελλείψεις, θα θεραπεύσει τη μοναξιά μας ή θα μας δώσει την αγάπη που κάποτε μας έλειψε. Όμως όταν αγαπάμε μια προβολή και όχι τον πραγματικό άνθρωπο, η απογοήτευση είναι σχεδόν αναπόφευκτη.
Θέλω να τονίσω ότι οι πληγές μας δεν εκπέμπουν ένα μυστικό σήμα. Εκπέμπουν όμως συμπεριφορές. Και αυτές οι συμπεριφορές είναι που, πολλές φορές, προσελκύουν ανθρώπους που ξέρουν να τις εκμεταλλεύονται
Από τις προσδοκίες μας για τη σχέση. Από το ψυχικό παζλ δηλαδή που έχουμε δημιουργήσει για το τι σημαίνει αγάπη, τι θεωρείται μια πετυχημένη σχέση, ποιος άνθρωπος είναι κοινωνικά αποδεκτός και τι πιστεύουμε ότι αξίζουμε να ζήσουμε.
Αυτό το παζλ δεν το δημιουργήσαμε μόνοι μας.
Ένα μέρος του διαμορφώθηκε μέσα στην οικογένεια.
Ένα άλλο από τις εμπειρίες της ζωής μας.
Άλλα κομμάτια προστέθηκαν από τις ταινίες, τα παραμύθια, τα κοινωνικά πρότυπα και τις ιστορίες αγάπης που μεγαλώσαμε πιστεύοντας.
Και φυσικά, μέσα σε αυτό το παζλ υπάρχουν και τα διαστρεβλωμένα κομμάτια ενός τραυματισμένου εγώ.
Κομμάτια που διψούν για αποδοχή, που φοβούνται την εγκατάλειψη, που αναζητούν κάποιον να τα σώσει ή να τα ολοκληρώσει.
Στην αρχή μιας σχέσης όμως συμβαίνει κάτι ακόμη.
Δεν βλέπουμε μόνο τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί μας.
Βλέπουμε και τις προβολές μας.
Προβάλλουμε πάνω του τις ανάγκες μας, τις προσδοκίες μας, τις ελπίδες μας, ακόμη και τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες μας. Του αποδίδουμε χαρακτηριστικά που ίσως να μην έχει ποτέ δείξει και, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, ερωτευόμαστε πολλές φορές περισσότερο την εικόνα που δημιουργήσαμε μέσα μας παρά τον πραγματικό άνθρωπο.
Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή η προβολή, τόσο δυσκολότερο γίνεται να γνωρίσουμε τον άλλον όπως πραγματικά είναι.
Και όταν, αργότερα, οι προβολές αρχίζουν να καταρρέουν, συχνά λέμε ότι ο άλλος άλλαξε. Στην πραγματικότητα, πολλές φορές δεν άλλαξε εκείνος.
Απλώς αρχίσαμε να τον βλέπουμε χωρίς το πέπλο των δικών μας αναγκών.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη πρόκληση να είναι να μπορέσουμε να δούμε τον πραγματικό άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί μας.
Όπως κατανοείται, τα περισσότερα στοιχεία για αυτήν τη μαγική χημεία είναι κομμάτια από το ασυνείδητό μας που έχουν σχέση με τα καταπιεσμένα συναισθήματα και το τραύμα μας.
Στην ψυχοθεραπεία συναντώ συχνά ανθρώπους που περιγράφουν μια σχέση ως μαγική από την πρώτη στιγμή. Όλα ήταν έντονα και γεμάτα πάθος. Πολύ συχνά το περιγράφουν ως κάτι που έγινε γρήγορα, σαν να τους περίμενε. Ότι δεν μπορούσαν να σταματήσουν να σκέφτονται τον άλλον και ότι ήταν γεμάτη προσμονή.
Συνήθως όμως αυτές οι σχέσεις διαλύονται πολύ γρήγορα ή παγιδεύουν το άτομο σε καταστάσεις κακοποιητικές. Γιατί κάποιες φορές αυτό που ονομάζουμε χημεία δεν είναι παρά η ενεργοποίηση ενός γνώριμου ψυχικού μοτίβου.
Δεν ερωτευόμαστε πάντα αυτό που μας κάνει καλό. Ερωτευόμαστε συχνά αυτό που μας είναι οικείο. Ακόμη κι αν μας πληγώνει.
Και βλέπω επίσης πολύ συχνά σχέσεις που θα μπορούσαν να είναι πετυχημένες και με διάρκεια να απορρίπτονται. Και όταν ψάχνουμε το γιατί αυτής της απόρριψης, συναντώ την ίδια ατάκα ότι δεν ένιωσαν κάποια χημεία με αυτόν τον άνθρωπο.
Όμως εδώ αναρωτιέμαι, μήπως δεν ήταν η χημεία το θέμα, αλλά η έλλειψη του δράματος που έλειπε; Βλέπετε, το δράμα θρέφει τον μικρό σαμποτέρ μέσα μας. Τα συναισθηματικά πυροτεχνήματα μας κρατούν μακριά από το πιο ουσιαστικό κομμάτι που χρειάζεται μια υγιής σχέση, την εμβάθυνση.
Οι συνεχείς συναισθηματικές εναλλαγές ανάμεσα στην απογοήτευση και στην έκσταση μπορούν να ενεργοποιήσουν το παιδικό τραύμα που αποζητά να έχει τον γονιό μόνο δικό του, να τον κατακτήσει, να απορροφήσει όλη την αγάπη του.
Ένα παιδί μπορεί να βιώσει γεγονότα που, για έναν ενήλικα, ίσως φαίνονται φυσιολογικά, αλλά για τον δικό του ψυχικό κόσμο αποτελούν βαθιά εμπειρία ματαίωσης. Η γέννηση ενός μικρότερου αδελφού, μια σοβαρή ασθένεια ενός μέλους της οικογένειας, η απουσία των γονιών λόγω αυξημένων υποχρεώσεων ή οποιαδήποτε συνθήκη μειώνει την προσοχή και τη διαθεσιμότητα της μητέρας ή του βασικού φροντιστή, μπορεί να ερμηνευθεί από το παιδί ως απώλεια της αγάπης. Δεν μας τραυματίζει μόνο το γεγονός. Μας τραυματίζει ο τρόπος με τον οποίο ο παιδικός μας ψυχισμός του έδωσε νόημα.
Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς αγαπούν λιγότερο το παιδί. Σημασία εξάλλου δεν έχει μόνο τι πραγματικά συνέβη, αλλά κυρίως πώς το βίωσε και το ερμήνευσε ο παιδικός του ψυχισμός.
Όταν τέτοιες εμπειρίες δεν επεξεργαστούν, μπορούν να παραμείνουν ενεργές στο ασυνείδητο. Έτσι, στην ενήλικη ζωή, σχέσεις που χαρακτηρίζονται από έντονες εναλλαγές εγγύτητας και απόστασης, αποδοχής και απόρριψης, ενεργοποιούν εκείνο το παλιό τραύμα. Το άτομο παύει να σχετίζεται μόνο με τον σύντροφό του και, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, αρχίζει να αναζητά ξανά την αποδοχή που κάποτε ένιωσε ότι έχασε ως παιδί.
Αν κάποιος έχει μάθει από μικρός ότι η αγάπη συνοδεύεται από αγωνία, αστάθεια ή φόβο εγκατάλειψης, η ηρεμία μπορεί να του φαίνεται ασυνήθιστη έως και ξένη. Η αγάπη που μπορεί να του προσφερθεί με ηρεμία και δοτικότητα μπορεί να του φανεί άγευστη, ανώφελη ή βαρετή.
Εκεί που καταλήγουμε σιγά σιγά είναι ότι η έντονη έλξη δεν συμβαδίζει με τις ποιότητες που έχει ανάγκη μια σχέση, η οποία χρειάζεται εμπιστοσύνη, σεβασμό, επικοινωνία και, πάνω απ’ όλα, ανάληψη ευθύνης. Η βιολογία μπορεί να ξεκινήσει μια σχέση όμως εντέλει η ψυχική ωριμότητα είναι αυτή που θα την κρατήσει ζωντανή.
Αντί να αναρωτιόμαστε λοιπόν αν έχουμε χημεία, προτείνω να κάνουμε και κάποια άλλα ερωτήματα στον εαυτό μας όπως
Μπορώ να δουλέψω τραυματικά στοιχεία κοντά σε αυτόν τον άνθρωπο, ώστε να εμβαθύνω στη σχέση;
Είναι ένας άνθρωπος που θα δουλέψει ψυχικά τον εαυτό του;
Μπορώ να είμαι ο εαυτός μου δίπλα σε αυτόν τον άνθρωπο;
Νιώθω ασφάλεια να δείξω την ευαλωτότητά μου;
Με βοηθά αυτή η σχέση να μεγαλώνω ή με κρατά διαρκώς σε κατάσταση άμυνας;
Η πιο ώριμη μορφή αγάπης ίσως να μην ξεκινά με μια ακόμη έκρηξη στην ψυχή και στο σώμα μας. Ίσως να ξεκινά με μια βαθιά αίσθηση ηρεμίας και ασφάλειας. Και αυτή, δυστυχώς, δεν μας έμαθαν ποτέ να την αναγνωρίζουμε.
Με αγάπη,
Shakila Ιωάννα Μπράτη
Ψυχοθεραπεύτρια | Facilitator Εσωτερικών Διαδικασιών | Συγγραφέας
Η ψυχολογία μάς βοηθά να κατανοήσουμε ότι ο έρωτας δεν είναι μόνο συναίσθημα ούτε μόνο βιολογία. Είναι η συνάντηση του σώματος, του νου, της ιστορίας μας και του τρόπου που μάθαμε να σχετιζόμαστε. Και ίσως η αληθινή αυτογνωσία να ξεκινά τη στιγμή που παύουμε να ρωτάμε μόνο τι νιώθω; και αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε από πού γεννιέται αυτό που νιώθω;