Όταν η καταστροφή γίνεται συνήθεια: Μήπως ήρθε η ώρα να ξυπνήσουμε;

Η πρόσφατη καταστροφή στο Νεπάλ, όπου η κατάρρευση τεράστιων όγκων πάγου και βράχων δημιούργησε ένα ορμητικό κύμα λάσπης, νερού και συντριμμιών, που κάποιοι περιέγραψαν σαν «τσουνάμι του βουνού», συγκλόνισε όσους είδαν τις εικόνες.

Δεν υπάρχει φόβος ότι κάτι αντίστοιχο πρόκειται να συμβεί στην Ελλάδα. Υπάρχει όμως ένας πολύ σοβαρός λόγος να σταθούμε απέναντι σε αυτές τις εικόνες και να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει στον δικό μας τόπο.

Γιατί τα τελευταία χρόνια κι εμείς παρακολουθούμε το φυσικό μας περιβάλλον να αλλάζει με έναν ρυθμό που κάποτε θα μας φαινόταν αδιανόητος. Και ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο ότι αλλάζει ραγδαία. Είναι ότι αυτή η αλλαγή κοντεύει να ενταχθεί στη συνείδησή μας ως κάτι σχεδόν αναμενόμενο, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πραγματικά τι συμβαίνει στον τόπο μας και, σε μεγαλύτερη κλίμακα, στον κόσμο.

Και ας έρθουμε στην Ελλάδα.

Έχουμε φτάσει στο σημείο να μπαίνουμε στο καλοκαίρι σχεδόν γνωρίζοντας ότι κάπου θα καούμε. Δεν γνωρίζουμε πού ούτε πόσα στρέμματα θα χαθούν, αλλά σχεδόν όλοι έχουμε πια τη βεβαιότητα ότι θα έχουμε φωτιές.

Αττική, Εύβοια, Έβρος, Δαδιά, Ρόδος, Πεντέλη και δεκάδες άλλες περιοχές. Κάποιες μπορεί να μην πρόλαβαν καν να μείνουν στη συλλογική μας μνήμη, γιατί η επόμενη πυρκαγιά ήρθε πολύ γρήγορα και πήρε τη θέση της προηγούμενης.

Το 2021 κάηκαν περίπου 130.000 εκτάρια γης. Το 2023 η έκταση ξεπέρασε τα 170.000 εκτάρια, με τη φωτιά του Έβρου να καταγράφεται ως η μεγαλύτερη που είχε καταγράψει μέχρι τότε το ευρωπαϊκό σύστημα EFFIS στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πίσω όμως από αυτούς τους αριθμούς υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν χωρά στις στατιστικές.

Υπάρχει ένα βαρύ πένθος.

Υπάρχει ένα κοινωνικό πένθος ενός λαού που χάνει, στρέμμα το στρέμμα, κομμάτια του τόπου του. Μπορεί να μην το αναγνωρίζουμε συνειδητά ως πένθος. Μπορεί να μη σταματάμε να σκεφτούμε ότι το βουνό που βλέπαμε από παιδιά, το δάσος όπου κάποτε περπατήσαμε, ένας τόπος που αποτελούσε μέρος της μνήμης μας, σήμερα δεν υπάρχει όπως τον γνωρίζαμε. Αυτή όμως η απώλεια υπάρχει μέσα μας. Και πιστεύω ότι αποτελεί ένα ακόμη κομμάτι της γενικότερης θλίψης και της κόπωσης που βιώνουμε ως κοινωνία τα τελευταία χρόνια.

Γιατί ένα δάσος είναι πρώτιστος ζωή. Είναι ζώα, πουλιά, έντομα, φυτά, είναι χώμα που συγκρατείται από τις ρίζες, είναι νερό, σκιά, υγρασία, οξυγόνο, είναι προστασία απέναντι στη διάβρωση και στις πλημμύρες. Είναι ένας ολόκληρος ζωντανός οργανισμός και μαζί του είναι δεμένη και η ανθρώπινη ζωή.

Τα οικοσυστήματά μας σήμερα δέχονται πίεση όχι από έναν μόνο παράγοντα. Υπάρχουν οι φυσικές συνθήκες, η παρατεταμένη ζέστη και η ξηρασία. Υπάρχουν όμως και οι εξωγενείς παράγοντες: οι πυρκαγιές, οι ανθρώπινες παρεμβάσεις, ο τρόπος που διαχειριζόμαστε ή δεν διαχειριζόμαστε τα δάση μας. Και πάνω σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί η αυξανόμενη πίεση της κλιματικής αλλαγής.

Κάπου εδώ υπάρχει ένα ερώτημα που πρέπει κάποια στιγμή να τολμήσουμε να κάνουμε πρώτα στον ίδιο μας τον εαυτό:

Πόσο ακόμη μπορούμε να χάσουμε πριν αποφασίσουμε ότι η προστασία των δασών μας δεν είναι ένα εποχικό πρόβλημα του καλοκαιριού, αλλά ζήτημα επιβίωσης;

Και μαζί με αυτό έρχεται αναπόφευκτα ένα δεύτερο ερώτημα γιατί δεν γίνεται περισσότερο;

Δεν μπορεί κάθε χρόνο η συζήτηση να αρχίζει όταν ξεκινούν οι φωτιές, να τελειώνει όταν σβήσει η τελευταία φλόγα και να ξανανοίγει το επόμενο καλοκαίρι, σαν να μας συμβαίνει για πρώτη φορά. Κάποια στιγμή ο κύκλος αυτός πρέπει να σπάσει. Γιατί όταν γνωρίζεις ότι κάτι θα επαναληφθεί, δεν μπορείς πια να το αντιμετωπίζεις μόνο ως έκτακτη ανάγκη. Οφείλεις να το αντιμετωπίσεις ως πραγματικότητα για την οποία χρειάζεται πρόληψη, σχεδιασμός και συνέχεια.

Η προστασία ενός δάσους αρχίζει πολύ πριν από την πυρκαγιά. Χρειάζεται πρόληψη, διαχείριση, καθαρισμός όπου απαιτείται, επιτήρηση, προστασία των δασών, φροντίδα των καμένων περιοχών και ένας σχεδιασμός που δεν αλλάζει ανάλογα με την επικαιρότητα.

Και αυτά είναι πρωτίστως ευθύνη μιας οργανωμένης Πολιτείας.

Όμως υπάρχει και κάτι που αφορά εμάς.

Είμαστε μια κοινωνία κουρασμένη. Ο καθένας προσπαθεί να διαχειριστεί τη δική του καθημερινότητα, τα οικονομικά του, την εργασία του, την οικογένειά του, τις προσωπικές του δυσκολίες. Έχουμε δεχτεί τόσες κρίσεις, τόσες καταστροφές και τόσες άσχημες ειδήσεις τα τελευταία χρονιά συνεχόμενα, που ίσως κάποια στιγμή αρχίσαμε να προστατεύουμε τον εαυτό μας με τον μόνο τρόπο που μπορούσαμε, σταματώντας να αισθανόμαστε το ίδιο έντονα. Μουδιάσαμε συναισθηματικά και νοητικά.

Αυτό μπορώ να το καταλάβω.

Αυτό που φοβάμαι είναι μήπως μαζί με τον πόνο χάσουμε και την εγρήγορσή μας.

Μήπως η φωτιά σε μια άλλη περιοχή γίνει «δεν είναι εδώ». Μήπως η πλημμύρα γίνει «δεν είναι το δικό μου σπίτι». Μήπως το καμένο βουνό γίνει μια ακόμη εικόνα που θα προσπεράσουμε στην οθόνη μας.

Γιατί ο άγνωστος άνθρωπος που ζει εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από εμένα δεν παύει να είναι συμπολίτης μου. Το δάσος που κάηκε στον τόπο του δεν παύει να αποτελεί μέρος της χώρας στην οποία ζω. Δεν είμαστε απομονωμένες μονάδες που έτυχε να κατοικούμε δίπλα δίπλα. Είμαστε μέλη μιας κοινωνίας και, είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, το ένα κομμάτι της επηρεάζει το άλλο.

Ίσως λοιπόν η εικόνα από το Νεπάλ δεν χρειάζεται να μας προκαλέσει περισσότερο φόβο. Ίσως όμως μπορεί να γίνει μια αφορμή να ξυπνήσουμε λίγο περισσότερο απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω μας.

Να κοιτάξουμε τα δικά μας βουνά. Τα δάση που χάσαμε και εκείνα που απέμειναν. Να αναρωτηθούμε τι γίνεται για την προστασία τους και να αρχίσουμε να ζητάμε απαντήσεις πριν έρθει η επόμενη φωτιά Να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση με ενδιαφέρον, συμμετοχή και εγρήγορση.

Γιατί μπορεί να είμαστε κουρασμένοι, θυμωμένοι ή απογοητευμένοι. Αλλά δεν είμαστε μόνο ο καθένας μας και το μικρό κομμάτι γης που βρίσκεται γύρω από το σπίτι του.

Είμαστε μια κοινωνία που ασφυκτιά και δυσανασχετεί. Και ίσως έχει έρθει η ώρα να θυμηθούμε ότι ο τόπος του άλλου είναι και δικός μας τόπος. Ότι η απώλεια του άλλου είναι μέρος και της δικής μας απώλειας. Και ότι για να προστατεύσουμε ό,τι μας έχει απομείνει, πρέπει πρώτα να πάψει να μας είναι αδιάφορο όταν χάνεται κάτι που δεν βρίσκεται ακριβώς έξω από τη δική μας πόρτα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

μοιράστε