Αλχημεία και Ψυχολογία

Όταν ακούμε τη λέξη αλχημεία, συνήθως σκεφτόμαστε μια αρχαία προσπάθεια μετατροπής των κοινών μετάλλων σε χρυσό και την αναζήτηση της περίφημης Φιλοσοφικής Λίθου. Για τον Carl Gustav Jung, όμως, πίσω από τα εργαστήρια, τα μέταλλα, τις φωτιές και τα αινιγματικά σύμβολα των αλχημιστών κρυβόταν κάτι ακόμη μια εντυπωσιακή συμβολική αφήγηση της ανθρώπινης ψυχής.

Ο Jung αφιέρωσε μεγάλο μέρος του έργου του στη μελέτη της αλχημείας. Θεωρούσε ότι, καθώς οι αλχημιστές εργάζονταν με μια ύλη που ακόμη δεν κατανοούσαν επιστημονικά, προέβαλλαν επάνω της περιεχόμενα του δικού τους ασυνείδητου. Έτσι, η μεταμόρφωση που πίστευαν ότι παρατηρούσαν μέσα στο αλχημικό δοχείο μπορούσε ταυτόχρονα να διαβαστεί ως εικόνα μιας εσωτερικής μεταμόρφωσης.

Στην αρχή του αλχημικού έργου συναντάμε την prima materia, την πρώτη ύλη. Δεν είναι κάτι ήδη καθαρό και πολύτιμο. Στα αλχημικά κείμενα περιγράφεται με πολλούς, ακόμη και αντιφατικούς τρόπους. Για τον Jung αυτό είχε ιδιαίτερη ψυχολογική σημασία. Η αρχή της αλλαγής δεν βρίσκεται απαραίτητα σε εκείνο που θεωρούμε το καλύτερο ή το ανώτερο κομμάτι του εαυτού μας. Μπορεί να βρίσκεται ακριβώς στο ακατέργαστο υλικό που δεν έχουμε ακόμη κατανοήσει στις συγκρούσεις μας, στις αντιφάσεις μας, σε ένα σύμπτωμα, σε μια κρίση, σε κάτι που επιμένει να μας ενοχλεί ενώ προσπαθούμε να απαλλαγούμε από αυτό.

Και τότε έρχεται το σκοτάδι.

Η nigredo, η μαύρη φάση της αλχημείας, συνδεόταν με τη διάλυση και τον θάνατο της προηγούμενης μορφής. Στη γιουνγκιανή ανάγνωση μπορεί να θυμίζει εκείνες τις περιόδους της ζωής κατά τις οποίες η παλιά εικόνα που είχαμε για τον εαυτό μας σταδιακά αποσυντίθεται. Ένα γεγονός που βιώνουμε ως μοιραίο, μια απώλεια, ένας χωρισμός, μια υπαρξιακή κρίση ή η συνάντηση με πλευρές μας που αρνούμαστε μπορεί να γίνει η αφετηρία που θα μας φέρει μπροστά σε αυτή την εσωτερική μαύρη ύλη.

Εδώ συναντάμε αναπόφευκτα και τη Σκιά του Jung: όσα δεν ταιριάζουν στην εικόνα που έχουμε κατασκευάσει για τον εαυτό μας και γι’ αυτό δυσκολευόμαστε, ή ακόμη και αρνούμαστε πεισματικά, να αναγνωρίσουμε ως δικά μας στοιχεία. Θυμός, ζήλια, ανάγκη, φόβος, επιθυμία για έλεγχο, αλλά και δυνατότητες ή επιθυμίες που κάποτε αναγκαστήκαμε ή εξαναγκαστήκαμε να αφήσουμε έξω από τη συνειδητή μας ταυτότητα.

Η αλχημική διαδικασία όμως δεν σταματούσε στο σκοτάδι. Συναντάμε στη συνέχεια την albedo, τη λεύκανση, που συμβολικά συνδεόταν με τον καθαρισμό και τη διαφοροποίηση. Ψυχολογικά δεν χρειάζεται να τη φανταστούμε σαν μια μαγική στιγμή όπου ο άνθρωπος απαλλάσσεται από το σκοτάδι του. Θα άρεσε σε πολλούς, αλλά δεν είναι αυτή η πραγματικότητα της ψυχικής αλλαγής.

Περισσότερο μπορούμε να τη δούμε ως τη στιγμή που αρχίζει να το βλέπει, να μπορεί να σταθεί απέναντί του και να το επεξεργαστεί. Όταν μπορώ να αναγνωρίσω ένα συναίσθημα χωρίς αμέσως να το απορρίψω βάζοντας μπροστά μια δικαιολογία ή να το αποδώσω στον άλλον ρίχνοντας εκεί όλη την ευθύνη, κάτι έχει ήδη αλλάξει στον ψυχισμό μου. Αυτό που προηγουμένως με κυβερνούσε από το ασυνείδητο αρχίζει να αποκτά όνομα και θέση μέσα μου.

Ιδιαίτερα σημαντική για τον Jung ήταν η coniunctio, η ένωση των αντιθέτων. Τα αλχημικά κείμενα είναι γεμάτα από παράδοξα ζεύγη: Ήλιος και Σελήνη, βασιλιάς και βασίλισσα, αρσενικό και θηλυκό, πνεύμα και ύλη. Η ψυχική ωρίμανση, στη δική του σκέψη, δεν επιτυγχάνεται εξαφανίζοντας τον έναν πόλο υπέρ του άλλου. Ο άνθρωπος καλείται να αντέξει την ένταση των αντιθέτων και να αναζητήσει μια ευρύτερη σύνθεση, μια υπαρξιακή κατάσταση που σπάει τα στεγανά των δύο πόλων και αναγεννάται ως ένα. Δεν πρόκειται για την εξαφάνιση των αντιθέτων, αλλά για τη γέννηση μιας νέας ολότητας που μπορεί να τα εμπεριέχει και τα δύο.

Μπορώ να αναγνωρίζω το φως μου χωρίς να αρνούμαι τη σκιά μου. Η ψυχική ολότητα δεν απαιτεί μια αψεγάδιαστη τελειότητα του Μεσαίωνα δεν κινδυνεύουμε πια από κάποιον Ιεροεξεταστή. Χρειάζεται όμως να δώσουμε χώρο σε περισσότερα από ένα κομμάτια της ύπαρξής μας.

Στην αλχημική συμβολογία συναντάμε και τη rubedo, την ερυθρή φάση. Στη γιουνγκιανή ανάγνωση μπορούμε να τη δούμε ως εικόνα μιας βαθύτερης ενσωμάτωσης, αυτό που ανακαλύφθηκε στο ασυνείδητο δεν αρκεί να κατανοηθεί διανοητικά. Χρειάζεται να επιστρέψει στη ζωή, να γίνει η ζωή μας. Τότε μόνο η επίδρασή του γίνεται πραγματικά αλχημική. Η αλλαγή πρέπει κάποτε να γίνει σχέση, επιλογή, πράξη. Οι αλχημικές ακολουθίες πάντως δεν ήταν απολύτως ίδιες σε όλες τις παραδόσεις και τα κείμενα, γι’ αυτό είναι ασφαλέστερο να τις βλέπουμε ως συμβολικές εικόνες μιας πορείας και όχι ως αυστηρά ψυχολογικά στάδια.

Και κάπου εδώ συναντάμε τον περίφημο lapis philosophorum, τη Φιλοσοφική Λίθο. Δεν πρόκειται για το ορυκτό lapis lazuli. Ο lapis των αλχημιστών είναι η μυστηριώδης Φιλοσοφική Λίθος, το παράδοξο ζητούμενο του αλχημικού έργου. Στα κείμενα μπορεί να εμφανίζεται ταυτόχρονα ως κάτι πολύτιμο και ως κάτι κρυμμένο μέσα στην ταπεινή πρώτη ύλη, ακόμη και ως κάτι που συνδέει την αρχή με το τέλος του έργου. Ο Jung είδε στον lapis μία από τις σημαντικές αλχημικές εικόνες της ψυχικής ολότητας και του Self, του Εαυτού που είναι ευρύτερος από το συνειδητό Εγώ.

Και αυτό ίσως είναι το σημείο όπου η αλχημεία συναντά βαθύτερα την ψυχοθεραπεία.

Η θεραπεία δεν μετατρέπει τον άνθρωπο σε κάτι άλλο. Δεν του προσθέτει μαγικά στοιχεία. Δεν παίρνει ένα ευτελές μέταλλο για να το κάνει χρυσό. Βοηθά να συναντήσουμε τον χρυσό που ήδη έχουμε μέσα μας, δημιουργώντας σχέση με πλευρές που μέχρι τότε παρέμεναν ασύνδετες, απορριμμένες ή ασυνείδητες.

Ίσως λοιπόν ο πραγματικός χρυσός της εσωτερικής αλχημείας να μην είναι ένας τέλειος εαυτός.

Ίσως να είναι ένας άνθρωπος που έχει κατέβει αρκετά βαθιά στη δική του πρώτη ύλη ώστε να μπορεί να πει:

Γνωρίζω περισσότερο το φως μου, επειδή έπαψα να φοβάμαι τόσο πολύ το σκοτάδι μου.