φόβος της ελλείψεις και αυτοπαρατήρηση

Όταν πολεμάμε για το λίγο

Πριν λίγες μέρες, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, συνέβη κάτι πολύ μικρό και μεγάλο ταυτόχρονα.

Μια κυρία που βρισκόταν δίπλα μας μας ζήτησε να κάνουμε λίγο άκρη. Ο τρόπος της μου φάνηκε απότομος, ίσως και αγενής και απάντησα κι εγώ ανάλογα.

Μια μικρή στιγμή. Από αυτές που συμβαίνουν καθημερινά και συνήθως τις προσπερνάμε και δεν τις πολυσυζητάμε.

Αυτήν όμως θέλω να τη μοιραστώ.

Όχι για να δικαιολογήσω τη δική μου συμπεριφορά.
Ούτε για να καταδικάσω τη δική της.

Αλλά γιατί αναρωτήθηκα μετά: πόσο εύκολα μπορεί ένας άνθρωπος να χάσει το κέντρο του;

Πόσο εύκολα, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, παύουμε να απαντάμε μόνο σε αυτό που συμβαίνει μπροστά μας και αρχίζουμε να απαντάμε και σε κάτι πολύ παλιότερο που ούτε καν θυμόμαστε.

Υπάρχουν στιγμές που όταν κάποιος μας ζητά απλώς να κάνουμε λίγο πιο πέρα.

Μέσα μας μπορεί να ακούγεται:

«Πάλι πρέπει να παραχωρήσω χώρο.»

«Πάλι κάποιος αποφασίζει ότι δικαιούται περισσότερο.»

«Πάλι πρέπει να κάνω πίσω.»

«Πάλι θα μου πάρουν αυτό το λίγο που έχω.»

Και τότε η αντίδρασή μας γίνεται μεγαλύτερη από το γεγονός.

Γιατί δεν υπερασπιζόμαστε πια μόνο μερικά εκατοστά χώρου, μια θέση, μια σειρά, μια προτεραιότητα ή μια άποψη.

Υπερασπιζόμαστε το “λίγο” μας.

Και αυτό το λίγο μπορεί να κουβαλά μια ολόκληρη ιστορία.

Όταν ένας άνθρωπος έχει γνωρίσει την έλλειψη και δεν εννοώ απαραίτητα την υλική έλλειψη, αλλά την έλλειψη χώρου, προσοχής, αναγνώρισης, ασφάλειας, αγάπης, ακόμη και του δικαιώματος να υπάρχει, μπορεί να αναπτύξει μια βαθιά αγωνία γύρω από όσα κατάφερε τελικά να αποκτήσει.

Ο φόβος της έλλειψης συχνά κουβαλά μέσα του παλιά βιώματα στέρησης. Μπορεί να γεννήθηκε σε ένα σπίτι όπου πράγματι υπήρχαν οικονομικές δυσκολίες, αλλά και σε ένα σπίτι όπου, ακόμη κι αν τα απαραίτητα υπήρχαν, κυριαρχούσε μια μόνιμη αγωνία για το αύριο. Μπορεί επίσης να γεννήθηκε μέσα από τη συναισθηματική παραμέληση: όταν η προσοχή, η τρυφερότητα, η επιβεβαίωση ή η αίσθηση ασφάλειας από τους φροντιστές ήταν περιορισμένες ή απρόβλεπτες.

Κάπως έτσι μπορεί να εγγραφεί πολύ νωρίς μέσα μας ένα σιωπηλό μήνυμα: «Δεν υπάρχει αρκετό. Κι αν θέλω να έχω κι εγώ ένα μερίδιο, πρέπει να παλέψω γι’ αυτό».

«Μην το χάσω.»

«Μην μου το πάρουν.»

«Μην υποχωρήσω πάλι.»

Και κάπως έτσι μπορεί να βρεθούμε να πολεμάμε με τεράστια ένταση για κάτι πολύ μικρό.

Όχι επειδή είμαστε κακοί άνθρωποι.

Αλλά επειδή εκείνη τη στιγμή έχει βγει μπροστά ένα μικρό, φοβισμένο κομμάτι μας που πιστεύει ότι, αν δεν παλέψει τώρα, θα μείνει πάλι χωρίς τίποτα.

Το παράδοξο είναι ότι στην προσπάθειά μας να υπερασπιστούμε τη θέση μας μπορεί τελικά να τη χάσουμε.

Και δεν εννοώ τη θέση στον χώρο.

Αλλά τη θέση μέσα στον εαυτό μας, χάνουμε το κέντρο μας.

Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο δύσκολες μορφές αυτοπαρατήρησης: να μπορώ, αφού περάσει η ένταση, να κοιτάξω τον εαυτό μου χωρίς να φτιάξω αμέσως μια ιστορία που θα με αθωώσει.

Να μη χρειαστεί να αποδείξω ότι «ο άλλος άρχισε».

Να μη χρειαστεί όμως ούτε να με καταδικάσω.

Να μπορέσω απλώς να πω:

«Ναι. Εδώ δεν μου άρεσε ο τρόπος που αντέδρασα.»

Αυτό δεν μας μικραίνει.

Μας μεγαλώνει.

Γιατί η ανάληψη ευθύνης δεν είναι αυτοτιμωρία. Είναι η στιγμή που ξαναπαίρνω στα χέρια μου την ελευθερία μου.

Και η ιστορία εκείνο το βράδυ είχε μια πολύ όμορφη συνέχεια.

Μιλήσαμε.

Ζητήσαμε συγγνώμη. Και οι δύο πλευρές.

Η γυναίκα που λίγα λεπτά πριν μέσα στην ένταση μπορούσε να μοιάζει με μια αγενής κυρία απέναντί μας, αποδείχθηκε μια εξαιρετικά γλυκιά γυναίκα.

Συζητήσαμε. Εμβαθύναμε σε αυτό που είχε νιώσει η καθεμία. Και μέσα σε λίγα λεπτά συνέβη κάτι που θεωρώ πολύ πιο ενδιαφέρον από την αρχική σύγκρουση:

ο “αντίπαλος” ξαναέγινε άνθρωπος.

Ίσως τελικά αυτό να είναι ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που μπορούμε να μάθουμε στις σχέσεις μας.

Όχι πώς να μη θυμώνουμε ποτέ, ούτε πώς να αντιδρούμε πάντοτε τέλεια μονίμως ψύχραιμοι, φωτισμένοι και αλάνθαστοι.

Αλλά πώς να επιστρέφουμε.

Να αναγνωρίζουμε πότε μίλησε η πληγή περισσότερο από τον ενήλικο εαυτό μας.

Να έχουμε το θάρρος να πούμε «έκανα λάθος».

Να ακούμε τι συνέβη και στον άλλον.

Και να θυμόμαστε ότι πίσω από μια άσχημη στιγμή μπορεί να υπάρχουν δύο άνθρωποι που, για λίγα λεπτά, φοβήθηκαν ότι δεν υπάρχει αρκετός χώρος για να υπάρξουν.

 

μοιράστε