Ο άνθρωπος φοβάται την αποσύνθεση, γιατί έχει ταυτίσει την ύπαρξή του με τη μορφή που γνωρίζει. Όταν όμως αυτή η γνώριμη μορφή αρχίζει να καταρρέει, δεν γνωρίζει αν παρακολουθεί τον θάνατο του εαυτού του ή την πρώτη, βίαιη κίνηση μιας εσωτερικής μεταμόρφωσης.
Οι αλχημιστές ονόμαζαν αυτή τη σκοτεινή διεργασία Nigredo, τη φάση του μαυρίσματος της ύλης. Μια διαδικασία που στην αλχημική συμβολική γλώσσα συνδέθηκε με τη σήψη, τη διάλυση και τον θάνατο της παλιάς μορφής, πριν από την ενδεχόμενη ανάδυση μιας νέας. Είναι εκεί όπου η βεβαιότητα διαλύεται και τίποτα ακόμη δεν υπόσχεται ότι από τα ερείπια θα γεννηθεί χρυσός.
Στην αλχημική παράδοση, η μεταμόρφωση δεν αρχίζει απαραίτητα με το φως. Συχνά αρχίζει με τη σήψη, τη διάλυση, την απώλεια της προηγούμενης μορφής. Η ύλη εισέρχεται σε μια κατάσταση όπου οι παλιές της ιδιότητες αποδομούνται, προτού μπορέσει να αναδυθεί μια διαφορετική σύνθεση.
Το Nigredo συνδέθηκε με εικόνες θανάτου, αποσύνθεσης και χάους. Το κοράκι, ο τάφος, το σκοτεινό δοχείο έγιναν ισχυρά αρχετυπικά σύμβολα μιας διεργασίας που οι αλχημιστές προσπαθούσαν να κατανοήσουν μέσα από την ύλη.
Αλλά τι συμβαίνει όταν το αλχημικό δοχείο δεν βρίσκεται στο εργαστήριο κάποιου αλχημιστή, παρά μέσα στην ανθρώπινη ψυχή;
Ο Καρλ Γιουνγκ αναγνώρισε στην αλχημεία μια πλούσια συμβολική έκφραση ασυνείδητων ψυχικών διεργασιών. Στο έργο του Ψυχολογία και Αλχημεία διερεύνησε τις αντιστοιχίες ανάμεσα στις αλχημικές εικόνες και στη διαδικασία της εξατομίκευσης, μέσα από την οποία ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με πλευρές του εαυτού του που δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί στη συνείδησή του.
Η αλχημική αποσύνθεση μπορεί, μέσα από αυτή την οπτική, να ιδωθεί ως συμβολική διάλυση της εικόνας που έχουμε κατασκευάσει για τον εαυτό μας.
Και εδώ γεννιέται ένα ερώτημα σχεδόν τρομακτικό για τους περισσότερους.
Αν αφαιρεθούν από εμάς οι ρόλοι, οι πεποιθήσεις, οι βεβαιότητες και οι ταυτότητες με τις οποίες μάθαμε να υπάρχουμε, τι απομένει;
Πόσο από αυτό που αποκαλούμε εαυτό είναι πραγματικά δικό μας; Πόσα από όσα γνωρίζουμε για εμάς μάς ανήκουν τελικά και πόσα αποτελούν μια κατασκευή που δημιουργήθηκε για να επιβιώσουμε μέσα στις απαιτήσεις της οικογένειας, της κοινωνίας και των ανθρώπων που αγαπήσαμε;
Ο άνθρωπος δεν προσκολλάται μόνο σε όσα του προσφέρουν ευτυχία. Προσκολλάται και σε όσα του είναι οικεία, ακόμη κι όταν τον περιορίζουν. Μια παλιά ταυτότητα μπορεί να γίνει φυλακή, αλλά παραμένει μια φυλακή της οποίας γνωρίζει τους τοίχους. Έχει χαράξει επάνω τους τα σημάδια του, έχει αφήσει εκεί τα ίχνη της ύπαρξής του.
Η αποσύνθεση αυτής της ταυτότητας δεν βιώνεται πάντοτε ως απελευθέρωση. Μπορεί να συνοδεύεται από σύγχυση, φόβο, θυμό και ένα βαθύ αίσθημα απώλειας. Είναι και η ματαίωση ενός εαυτού στον οποίο είχαμε επενδύσει. Ακόμη κι αν όσα επενδύσαμε ήταν δανεικά, μέσα στα χρόνια έγιναν δικά μας, ενσωματώθηκαν στον ψυχισμό μας και απέκτησαν τη βαρύτητα μιας προσωπικής αλήθειας.
Γιατί δεν χάνουμε μόνο αυτό που ήμασταν. Χάνουμε ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο τοποθετούσαμε τον εαυτό μας απέναντι στον κόσμο, τον ρόλο που παίζαμε, τον τρόπο που σχετιζόμασταν με τους άλλους. Χάνουμε ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο εξηγούσαμε στον εαυτό μας την ίδια μας την ύπαρξη.
Στην αλχημική συμβολική γλώσσα συναντούμε την αρχή Solve et Coagula: διάλυσε και επανασύνθεσε.
Η διάλυση προηγείται της νέας σύνθεσης. Όμως η απόσταση ανάμεσα στις δύο καταστάσεις αποτελεί ίσως το πιο αβέβαιο μέρος της διαδικασίας.
Εκεί όπου το παλιό έχει χάσει την ισχύ του, τίποτα δεν είναι πια βέβαιο. Όσα θεωρούσαμε σταθερές βάσεις ταλανίζονται από εσωτερικούς σεισμούς, ενώ το καινούργιο δεν έχει ακόμη αποκτήσει μορφή. Παραμένει μια άγνωστη, άπλαστη και απροσδιόριστη κατάσταση.
Αυτός ο ενδιάμεσος χώρος είναι ιδιαίτερα δύσκολος για τον ανθρώπινο ψυχισμό. Έχουμε μάθει να ανατρέχουμε σε άμεσες απαντήσεις, σε θεωρητικά σαφείς ταυτότητες που μπορεί να μην είναι ουσιαστικά, στον πυρήνα τους, δικές μας, αλλά παραμένουν γνώριμες και κοινωνικά αποδεκτές. Σε βεβαιότητες που μας προστατεύουν από το άγνωστο. Σε ταριχευμένες πεποιθήσεις άλλων ανθρώπων, που με τον καιρό έγιναν οι δικές μας αλήθειες.
Η αλχημική εικόνα του Nigredo μάς φέρνει αντιμέτωπους με μια διαφορετική δυνατότητα: να παραμείνουμε για λίγο μπροστά σε αυτό που δεν κατανοούμε, χωρίς να το εξαναγκάσουμε να αποκτήσει πρόωρα ένα ευχάριστο και εύπεπτο νόημα.
Εδώ χρειάζεται να αποφύγουμε μια μεγάλη παρεξήγηση.
Δεν είναι κάθε ανθρώπινη κατάρρευση μια αναγκαία μυστικιστική μύηση. Ούτε κάθε τραυματική εμπειρία αποτελεί το πρώτο στάδιο μιας ανώτερης πνευματικής εξέλιξης.
Η εξιδανίκευση του πόνου μπορεί να γίνει μια ακόμη μορφή βίας απέναντι σε εκείνον που υποφέρει. Αυτή η διαδρομή χρειάζεται σεβασμό, όχι εύκολες ερμηνείες που επιβάλλουν στον άνθρωπο να ανακαλύψει κάποιο ανώτερο νόημα μέσα στην οδύνη του.
Η αλχημική μεταμόρφωση, ως συμβολική προσέγγιση, δεν μας καλεί να αναζητήσουμε τον πόνο. Μας προσφέρει μια γλώσσα για να αναλογιστούμε τι συμβαίνει όταν οι παλιές μορφές νοήματος δεν επαρκούν πλέον.
Και ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της συμβολικής διεργασίας να βρίσκεται στη σχέση της με τη Σκιά.
Στη γιουνγκιανή ψυχολογία, η Σκιά περιλαμβάνει πλευρές της προσωπικότητας που το συνειδητό Εγώ δυσκολεύεται να αναγνωρίσει ως δικές του. Επιθυμίες, φόβους, παρορμήσεις, αντιφάσεις, απωθημένα, αλλά και δυνατότητες που κάποτε απορρίφθηκαν επειδή δεν ταίριαζαν στην εικόνα που έπρεπε να παρουσιάζουμε. Ή στην εικόνα που μας δίδαξαν ότι οφείλουμε να έχουμε, προκειμένου να χωρέσουμε στο πρότυπο που η κοινωνία έχει αναγορεύσει σε αποδεκτό.
Το Nigredo μπορεί να συμβολίζει τη στιγμή κατά την οποία αυτή η προσεκτικά οργανωμένη εικόνα αρχίζει να ρηγματώνεται.
Ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι δεν είναι μόνο γενναιόδωρος, αλλά μπορεί να ζηλεύει. Δεν είναι μόνο δυνατός, αλλά μπορεί να φοβάται. Δεν είναι μόνο φωτεινός, αλλά φέρει μέσα του επιθυμίες και συναισθήματα που δεν συμβιβάζονται με το ιδανικό του πρόσωπο.
Η συνάντηση αυτή δεν είναι ευχάριστη. Σπάει τα συμβόλαια με έναν εαυτό που υπέγραψε ερήμην μας. Είναι όμως μια δυνατότητα βαθύτερης και πιο ολιστικής αυτογνωσίας.
Γιατί η ψυχική ολοκλήρωση δεν απαιτεί την εξαφάνιση των αντιθέσεων. Μια τέτοια απαίτηση δεν μπορεί να σταθεί ψυχολογικά. Απαιτεί την αναγνώριση ότι οι αντιθέσεις αποτελούν μέρος της ανθρώπινης πολυπλοκότητας.
Από αυτή την οπτική, ο αλχημικός χρυσός δεν χρειάζεται να ερμηνευθεί ως η τελειότητα ενός ανθρώπου που απαλλάχθηκε από κάθε σκοτεινή πλευρά. Μπορεί να συμβολίζει μια πιο σύνθετη σχέση με τον εαυτό. Μια συνείδηση που δεν χρειάζεται πλέον να εξορίζει στα έγκατα του ψυχισμού όσα την ενοχλούν, προκειμένου να διατηρήσει την ψευδαίσθηση της καθαρότητάς της.
Η αλλαγή δεν έχει πάντοτε την αισθητική της αναγέννησης, με αγγελάκια που ψέλνουν παίζοντας άρπες, σαν να ξεπήδησαν από κάποια αναγεννησιακή τοιχογραφία. Μπορεί να εμφανίζεται ως απώλεια προσανατολισμού, ως απομάκρυνση από όσα θεωρούσαμε αυτονόητα και κατακτημένα, ως μια επίπονη αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Μπορεί να απαιτεί ουσιαστικές αλλαγές που αποφεύγαμε συνειδητά ή ασυνείδητα.
Η αλχημική αυτή διαδικασία μάς προσφέρει τη δυνατότητα να αναγνωρίσουμε τι υπήρξε κάλπικος χρυσός στη ζωή μας, ενώ εμείς το φυλάγαμε ευλαβικά στο ψυχικό μας σεντούκι, πεπεισμένοι για την αξία του.
Να μην αναζητούμε ή αγοράζουμε βιαστικά τον δήθεν χρυσό που μας πουλάνε κάθε φορά που η ζωή μας σκοτεινιάζει.
Να μην απαιτούμε από την ψυχή να μετατρέψει αμέσως την απώλεια σε σοφία και τη διάλυση σε θρίαμβο. Δεν πρόκειται για μηχανική διαδικασία. Η ταχύτητα που έχουμε επιβάλει ακόμη και στα συναισθήματά μας αποτελεί μια ψευδαίσθηση ελέγχου πάνω σε διεργασίες που δεν υπακούουν σε χρονοδιαγράμματα.
Να μάθουμε να ρωτάμε τον εαυτό μας τι από όσα υπερασπιζόμαστε ως ταυτότητά μας έχει πάψει να μας εκφράζει. Ποιες ενδοβολές έχουμε δεχτεί και μετατρέψει σε προσωπικές πεποιθήσεις; Μόνο μέσα από την αυτοπαρατήρηση μπορεί να αρχίσει να ξεδιαλύνεται τι μας ανήκει και τι εγκαταστάθηκε μέσα μας χωρίς ποτέ να το επιλέξουμε συνειδητά.
Τι εξακολουθούμε να συντηρούμε μόνο και μόνο επειδή φοβόμαστε να υπάρξουμε χωρίς αυτό;
Και αν έχουμε το θάρρος να αναγνωρίσουμε ότι μερικές φορές εκείνο που αποσυντίθεται δεν είναι η ουσία μας, αλλά η επίκτητη, ενσωματωμένη μορφή μέσα στην οποία την είχαμε φυλακίσει;
Ίσως ο μεγαλύτερος φόβος μας να μην είναι ότι θα χαθούμε μέσα στο σκοτάδι, αλλά ποιοι θα είμαστε όταν αυτό υποχωρήσει. Όταν δεν θα μπορούμε πια να προσποιούμαστε πως είμαστε εκείνοι που κάποτε υπήρξαμε.