Μια ψυχολογική ανάγνωση της μετάβασης, της αβεβαιότητας και της σιωπηλής ωρίμανσης
Οι μεγάλες μεταβάσεις της ζωής συχνά παρουσιάζονται ως νέες αφετηρίες. Όμως, στην ψυχική εμπειρία των ανθρώπων, σπάνια λειτουργούν αμέσως ως αρχή.
Πιο συχνά μοιάζουν με κατώφλι.
Έναν ενδιάμεσο χώρο όπου το παλιό δεν έχει τελειώσει και το καινούριο δεν έχει ακόμη μορφή. Έναν χρόνο ανάμεσα σε αυτά τα δυο. Και αυτός ο χρόνος, όσο αμήχανος κι αν είναι, είναι βαθιά ψυχολογικός και χρειάζεται να τον σεβαστούμε.
Στην ψυχολογία, οι μεταβατικές φάσεις δεν είναι παθητικές. Δεν είναι παύση, αλλά ανασκόπηση. Είναι ο χρόνος που χρειάζεται το άτομο για να αφομοιώσει τη διαδικασία της εσωτερικής διεργασίας που έχει προηγηθεί.
Εκεί όπου οι βεβαιότητες χαλαρώνουν, οι παλιές ταυτότητες δεν κολλάνε πια, αλλά οι νέες δεν έχουν ακόμη γεννηθεί. Εκεί όπου το άτομο αναρωτιέται, στοχάζεται, ανακεφαλαιώνει.
Πολλοί άνθρωποι βιώνουν αυτή την περίοδο ως σύγχυση ή στασιμότητα. Όμως, στην πραγματικότητα, πρόκειται για αναδιοργάνωση της ψυχής, για υπαρξιακή ενδοσκόπηση.
Οι μεταβατικές περίοδοι συχνά φέρνουν αυτό ακριβώς, όχι μόνο μια ώθηση προς τα εμπρός, αλλά και τη διάλυση όσων δεν μπορούν πια να συνεχιστούν με το μοτίβο που λειτουργούσαν έως τώρα.
Ένα στοιχείο που σπάνια αναγνωρίζεται είναι ότι η κόπωση που κουβαλάμε δεν είναι μόνο προσωπική. Είναι και συλλογική.
Ζούμε σε μια εποχή διαρκούς εγρήγορσης, πληροφορία, κρίσεις, επιτάχυνση, επιβαλλόμενη προσαρμογή, ψυχικές απώλειες, αλλαγές ρυθμών, κοινωνικό πένθος και ανασφάλεια είναι κάποια από τα δεδομένα που καλούμαστε να επεξεργαστούμε.
Το νευρικό σύστημα δεν σχεδιάστηκε για μόνιμο και συνεχή αγώνα επιβίωσης. Κι όμως, τα τελευταία χρόνια αυτό ακριβώς του ζητείται.
Γι’ αυτό και για πολλούς ανθρώπους, μια περίοδος αλλαγής δεν ξυπνά απαραίτητα ελπίδα, αλλά μούδιασμα, αγωνία ανεπάρκειας, φόβο και ματαίωση. Όχι από αδυναμία, αλλά από υπερφόρτωση.
Η ψυχολογική ωριμότητα δεν βρίσκεται στο να σπρώξουμε τον εαυτό μας ξανά, άλλη μια φορά, στα όριά του, αλλά στο να αναγνωρίσουμε, από τη μία, πόσο έχει ήδη αντέξει και, από την άλλη, να στοχαστούμε αν χρειάζεται εντέλει να τον βάζουμε στην παγίδα του μοναχικού αγωνιστή που αντέχει.
Υπάρχουν στιγμές που η ψυχή δεν ζητά μια κατεύθυνση για να πάει. Ζητά μόνο χρόνο για να καταλάβει τι συνέβη.
Ας μην ξεχνάμε ότι σε άλλο χρόνο αφομοιώνει το σώμα, σε άλλο η ψυχή, σε άλλο το συναίσθημα και, φυσικά, σε άλλο χρόνο γίνεται κάτι αντιληπτό σε γνωστικό επίπεδο. Το δύσκολο εδώ είναι ότι έχουμε ξεχάσει να μας δίνουμε χρόνο.
Οι αλλαγές που δεν αφομοιώνονται παραμένουν ανοιχτοί κύκλοι. Και οι ανοιχτοί κύκλοι καταναλώνουν ενέργεια, ακόμα κι όταν προχωράμε.
Οι μεταβατικές περίοδοι συχνά φέρνουν στην επιφάνεια ό,τι δεν έχει ολοκληρωθεί, αναμοχλεύουν ό,τι μέσα μας παραμένει ανοιχτό, για να μας οδηγήσουν εντέλει σε μια διαδικασία εσωτερικής ενσωμάτωσης.
Σε όλες τις φυσικές διαδικασίες υπάρχει εποχικότητα.
Ανάπτυξη – παύση – αποσύνθεση – ανανέωση.
Στην κοινωνία μας, όμως, μας έχουν μάθει να τιμούμε μόνο την άνοιξη και το καλοκαίρι.
Την κίνηση.
Την παραγωγή.
Την εξωστρέφεια.
Κι όμως, το φθινόπωρο και ο χειμώνας αντιπροσωπεύουν την εσωτερική απόσυρση, την παύση και την ανάπαυση, τον στοχασμό πάνω στις ανάγκες μας, είτε είναι υπερβολικές είτε ανεπαρκείς. Γιατί ο χειμώνας αντιπροσωπεύει και τη σωστή διαχείριση της τροφής και των πόρων.
Είναι αναγκαιότητα για να κρατηθεί σε υγεία το σύστημά μας. Η εσωτερίκευση ανήκει στην προστατευτική σοφία του ψυχισμού.
Η ψυχή, όταν έχει δουλέψει πολύ, χρειάζεται το σκοτάδι, την ησυχία, το προς τα μέσα για να ανασυνταχθεί.
Ένα από τα πιο αγχωτικά αφηγήματα της εποχής είναι η απαίτηση κατεύθυνσης:
«Πού πας;»
«Τι θέλεις;»
«Ποιο είναι το επόμενο βήμα;»
Όμως η ψυχολογική αλήθεια είναι πιο απλή και πιο τίμια:
Δεν είναι όλες οι φάσεις για αποφάσεις.
Κάποιες είναι για αποφόρτιση.
Κάποιες για παρατήρηση.
Κάποιες για αποσύνδεση από ρόλους που εξαντλήθηκαν.
Μια τέτοια περίοδος μπορεί να είναι απλώς ένας χρόνος όπου δεν πιέζεις τον εαυτό σου να ξέρει, να κάνει, να δείξει, να αναλάβει.
Και αυτό, από μόνο του, είναι βαθιά θεραπευτικό.
Ίσως η πιο ψυχολογικά υγιής στάση απέναντι σε μια περίοδο μετάβασης δεν είναι η δέσμευση, η υπόσχεση, η διαβεβαίωση, αλλά απλά εσωτερική παρουσία.
Να είσαι παρών όταν κουράζεσαι, όταν αλλάζεις γνώμη, όταν δεν έχεις διάθεση, όταν κάτι παλιό ζητά να τελειώσει, όταν δεν ξέρεις τι θέλεις.
Η ψυχική παρουσία δεν λύνει τα πάντα. Όμως εσύ είσαι εκεί για εσένα, με κατανόηση και όχι κριτική, και αυτό από μόνο του είναι μια σοβαρή μετατόπιση. Δημιουργεί επίσης χώρο ώστε τα θέματα που σε απασχολούν να μπορέσουν να λυθούν στον δικό τους χρόνο.
Αντιμετώπισε με ειλικρίνεια και σεβασμό τον εσωτερικό σου ρυθμό.