Ό,τι δεν μας αρέσει στον εαυτό μας, προσπαθούμε να το κρύψουμε. Τον θυμό μας. Τη ζήλια μας. Την ανασφάλειά μας. Τον φόβο ότι δεν είμαστε αρκετοί. Σαν μικρά παιδιά που σπρώχνουν τα παιχνίδια κάτω από το κρεβάτι, πιστεύοντας ότι αφού δεν τα βλέπουν, δεν υπάρχουν.
Μόνο που η ψυχή δεν λειτουργεί έτσι, ότι κρύβεται, δεν εξαφανίζεται περιμένει. Και κάποια στιγμή βρίσκει έναν άλλο τρόπο να εμφανιστεί.
Ίσως μέσα από μια υπερβολική αντίδραση. Ίσως μέσα από μια σχέση που επαναλαμβάνει το ίδιο μοτίβο. Ίσως μέσα από μια απόφαση που ούτε εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να εξηγήσουμε.
Ο Jung ονόμασε αυτό το κομμάτι Σκιά. Όχι επειδή είναι κακό. Αλλά επειδή βρίσκεται έξω από το φως της συνείδησής μας.
Και τότε εμφανίζεται ο Silver Sheen Οψιδιανός.
Δεν είναι ένας ήρεμος, παρηγορητικός λίθος. Είναι από εκείνους που κρατούν έναν καθρέφτη μπροστά σου. Όχι για να σε κρίνουν, αλλά για να σου δείξουν αυτό που αποφεύγεις να κοιτάξεις.
Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι κάτι άλλο αν τον κοιτάξεις βιαστικά, βλέπεις απλά μια σκούρα πέτρα αν όμως αλλάξεις λίγο τη γωνία του φωτός ξαφνικά εμφανίζεται μια ασημένια λάμψη.
Κάθε φορά που το παρατηρώ, σκέφτομαι ότι κάπως έτσι λειτουργεί και η προσωπικότητα. Δεν αλλάζει όταν της φωνάζουμε αν την πιέζουμε, αλλάζει όμως όταν τη φωτίσουμε από μια διαφορετική γωνία.
Μια καθοδηγούμενη συνάντηση με τη Σκιά
Κράτησε τον Silver Sheen Οψιδιανό στα χέρια σου και κάθισε κάπου που δεν θα σε διακόψει κανείς.
Πριν κλείσεις τα μάτια, στρίψε αργά τον λίθο μέχρι να εμφανιστεί η ασημένια του λάμψη, παρατήρησε πώς γεννιέται μόνο όταν αλλάζει λίγο η γωνία.
Τώρα κλείσε τα μάτια και πάρε τρεις αργές αναπνοές.
Φαντάσου ότι περπατάς σε ένα ήσυχο μονοπάτι μέσα σε ένα δάσος λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Δεν υπάρχει φόβος. Μόνο μια γλυκιά σιωπή.
Λίγα μέτρα πιο μπροστά βλέπεις μια φιγούρα. Δεν διακρίνεις ακόμη το πρόσωπό της.
Καθώς πλησιάζεις, συνειδητοποιείς κάτι παράξενο.
Η φιγούρα… είσαι εσύ.
Όχι ο εαυτός που δείχνεις στους άλλους.
Είναι εκείνο το κομμάτι που τόσα χρόνια έμαθε να σωπαίνει. Εκείνο που φοβήθηκε, θύμωσε, πληγώθηκε ή ένιωσε ότι δεν χωρούσε πουθενά.
Μην προσπαθήσεις να το αλλάξεις.
Μην του ζητήσεις να φύγει.
Απλώς κάθισε απέναντί του.
Ρώτησέ το μόνο μία ερώτηση:
«Τι προσπαθείς να προστατεύσεις τόσα χρόνια;»
Μην πιέσεις να πάρεις απάντηση.
Αν έρθει μια εικόνα, ένα συναίσθημα ή μια μόνο λέξη, άφησέ τα να υπάρχουν.
Πριν ολοκληρώσεις τον διαλογισμό, φέρε ξανά στο μυαλό σου την ασημένια λάμψη του Οψιδιανού.
Θυμήσου ότι η λάμψη δεν υπήρχε επειδή άλλαξε η πέτρα.
Υπήρχε ήδη.
Απλώς χρειάστηκε να πέσει πάνω της το σωστό φως.
Ίσως το ίδιο να συμβαίνει και με τα πιο κρυμμένα κομμάτια του εαυτού μας.
Δεν χρειάζονται υπομονή, υποστηρίξει και πολύ φως.