Παιχνίδι αφήγησης – Τι θα έκανες σε αυτή τη θέση;

«Θα κάνεις αυτό που σου λέω. Εγώ ξέρω ποιο είναι το σωστό.»

Ένας άντρας στέκεται απέναντί σου και σου λέει με απόλυτη βεβαιότητα:
«Θα κάνεις αυτό που σου λέω, γιατί εγώ ξέρω ποιο είναι το σωστό.»

Δεν σε απειλεί. Δεν φωνάζει. Δεν χρειάζεται καν να υψώσει τη φωνή του. Η βεβαιότητά του είναι αρκετή. Μιλά σαν να είναι αυτονόητο ότι εκείνος γνωρίζει και εσύ πρέπει να ακολουθήσεις.

Και ίσως αυτή η σκηνή να είναι περισσότερο οικεία απ’ όσο νομίζουμε.

Γιατί πολλοί άνθρωποι δεν έμαθαν να υποτάσσονται μέσα από την απειλή. Έμαθαν μέσα από μικρές καθημερινές φράσεις:

«Άσε, εγώ ξέρω.»
«Δεν καταλαβαίνεις ακόμα.»
«Το λέω για το καλό σου.»
«Μην κάνεις του κεφαλιού σου.»
«Θα καταλάβεις αργότερα ότι είχα δίκιο.»

Κάπως έτσι μπορεί να μάθουμε ότι η αγάπη συνδέεται με την υπακοή, η διαφωνία με τη σύγκρουση και η προσωπική απόφαση με τον κίνδυνο να χάσουμε την αποδοχή.

Τώρα όμως βρίσκεσαι εσύ απέναντί του.
Τι κάνεις;

Α — «Εντάξει. Αφού πιστεύεις ότι αυτό είναι το σωστό, θα το κάνω.»
Β — «Διαφωνώ μαζί σου και θα σου πω ακριβώς γιατί.»
Αντιδράς, επιχειρηματολογείς, ίσως θυμώνεις. Στο τέλος όμως κάνεις αυτό που σου είπε.
Γ — «Θα ακούσω αυτό που έχεις να μου πεις. Αλλά την απόφαση για τη ζωή μου θα την πάρω εγώ.»

________________________________________
Α — Συμμόρφωση

«Ίσως ο άλλος γνωρίζει καλύτερα από εμένα.»

Αν επέλεξες το Α, μην το μεταφράσεις βιαστικά ως αδυναμία.
Η συμμόρφωση μπορεί να είναι μια συμπεριφορά που κάποτε υπήρξε εξαιρετικά λειτουργική.
Ένα παιδί εξαρτάται από τους ανθρώπους που το μεγαλώνουν. Αν μάθει ότι η ηρεμία επιστρέφει όταν συμφωνεί, ότι επαινείται όταν είναι «καλό παιδί», ότι η διαφωνία προκαλεί απογοήτευση, απόσταση ή ένταση, μπορεί σταδιακά να συνδέσει την προσαρμογή με την ασφάλεια.
Και αργότερα αυτό δεν εμφανίζεται απαραίτητα ως «κάνω ό,τι μου λένε».
Μπορεί να είναι πολύ πιο λεπτό.
Να ζητάς πολλές γνώμες πριν αποφασίσεις.
Να γνωρίζεις τι θέλεις και, μόλις κάποιος μιλήσει με μεγάλη βεβαιότητα, να αρχίζεις να αμφιβάλλεις.
Να λες «δεν πειράζει» πριν προλάβεις να αναρωτηθείς αν πράγματι δεν σε πειράζει.
Να αισθάνεσαι ενοχή όταν η επιλογή σου απογοητεύει κάποιον.
Να αναζητάς έναν άνθρωπο που θα σου επιβεβαιώσει ότι αυτό που θέλεις είναι «σωστό».
Το δύσκολο εδώ δεν είναι ότι ακούς τους άλλους. Αυτό είναι πολύτιμο.
Το δύσκολο αρχίζει όταν η βεβαιότητα του άλλου αποκτά μεγαλύτερο βάρος από τη δική σου εσωτερική γνώση μόνο και μόνο επειδή εκφράστηκε πιο δυνατά.
Και υπάρχει ακόμη κάτι: η συμμόρφωση πολλές φορές μας απαλλάσσει από το άγχος της ευθύνης. Αν αποφασίσει ο άλλος, δεν χρειάζεται να αντέξουμε όλη την αβεβαιότητα της δικής μας επιλογής.
Η αυτονομία όμως έχει και αυτό το τίμημα: κάποτε θα αποφασίσεις μόνη/ος σου και μπορεί να κάνεις λάθος.
Το ζητούμενο δεν είναι να μην ξανακούσεις κανέναν. Είναι να αρχίσεις να εμπιστεύεσαι ότι έχεις δικαίωμα να είσαι ο τελικός άνθρωπος που αποφασίζει για τη ζωή σου ακόμη και όταν δεν είσαι απολύτως βέβαιη/ος.

Αναρωτήσου:

Όταν συμφωνώ, συμφωνώ πραγματικά; Ή προσπαθώ να διατηρήσω την αποδοχή, την ηρεμία ή την ασφάλεια;

Απόσταγμα:

Η γνώμη του άλλου μπορεί να σε καθοδηγήσει. Δεν χρειάζεται να αντικαταστήσει τη δική σου φωνή.

________________________________________
Β — Αντίσταση χωρίς πραγματικό αποχωρισμό

«Θα πολεμήσω για να με αναγνωρίσεις — αλλά ακόμη χρειάζομαι να με αναγνωρίσεις.»

Αυτή ίσως είναι η πιο σύνθετη από τις τρεις επιλογές.
Γιατί εξωτερικά μοιάζει με ανεξαρτησία.
Αντιδράς. Διαφωνείς. Υπερασπίζεσαι τη θέση σου. Επιχειρηματολογείς. Μπορεί να θυμώσεις έντονα όταν κάποιος επιχειρεί να αποφασίσει για σένα.
Κι όμως, στο τέλος κάτι συμβαίνει.
Κουράζεσαι από τη σύγκρουση.
Αρχίζεις να αμφιβάλλεις.
Νιώθεις ενοχή.
Δεν αντέχεις την απόσταση που δημιουργήθηκε.
Ή χρειάζεσαι τόσο πολύ να καταλάβει ο άλλος ότι έχεις δίκιο, ώστε η δική σου απόφαση μένει μετέωρη μέχρι να πάρεις την αναγνώρισή του.
Και τελικά μπορεί να κάνεις αυτό που ήθελε.
Εδώ υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον παράδοξο:
Έχεις επαναστατήσει απέναντι στην εξουσία, αλλά εξακολουθείς να της δίνεις το δικαίωμα να επικυρώσει την επιλογή σου.
Μπορεί μάλιστα αυτή η θέση να δημιουργεί ανθρώπους πολύ δυναμικούς. Ανθρώπους που αντιστέκονται έντονα στον έλεγχο, ακριβώς επειδή έχουν βιώσει πολύ έλεγχο.
Όμως η αντίδραση δεν είναι πάντοτε ελευθερία.
Αν χρειάζομαι να πολεμήσω μαζί σου κάθε φορά που διαφωνείς μαζί μου, εξακολουθείς να καθορίζεις ένα μεγάλο μέρος της ενέργειάς μου.
Αν χρειάζομαι να σε πείσω για να νιώσω ελεύθερη/ος να κάνω αυτό που αποφάσισα, ένα κομμάτι της εξουσίας παραμένει ακόμη σε σένα.
Η βαθύτερη μετακίνηση εδώ είναι από το:
«Θα σε κάνω να καταλάβεις ότι έχω δίκιο»
στο:
«Θα ήθελα να με καταλάβεις. Αλλά μπορώ να αντέξω και το ενδεχόμενο να μη με καταλάβεις.»
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό.
Γιατί τότε η διαφωνία δεν βιώνεται πια ως απειλή για τη σχέση ή για την αξία της επιλογής σου.

Αναρωτήσου:

Χρειάζομαι πραγματικά να υπερασπιστώ την απόφασή μου ή χρειάζομαι ακόμη την άδεια του άλλου, απλώς προσπαθώ να την κερδίσω μέσα από τη σύγκρουση;

Απόσταγμα:

Ελευθερία δεν είναι να κερδίσεις τη μάχη με την αυθεντία. Είναι να μη χρειάζεσαι πια τη νίκη της για να ακούσεις τον εαυτό σου.

________________________________________
Γ — Αυτονομία

«Μπορώ να σε ακούσω χωρίς να σου παραδώσω τον εαυτό μου.»

Αν επέλεξες το Γ, υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά από την απλή αντίδραση.
Δεν χρειάζεται να απορρίψεις τον άλλον για να προστατεύσεις τον εαυτό σου.
Μπορεί να έχει περισσότερη εμπειρία. Μπορεί να γνωρίζει κάτι που εσύ αγνοείς. Μπορεί ακόμη και τελικά να έχει δίκιο.
Είσαι πρόθυμη/ος να ακούσεις.
Αλλά το να ακούσεις δεν σημαίνει να παραδώσεις το δικαίωμα της απόφασης.
Αυτή είναι μια σημαντική μορφή ψυχικής διαφοροποίησης: μπορώ να παραμένω συνδεδεμένος μαζί σου χωρίς να χρειάζεται να συμφωνούμε. Μπορώ να αντέξω την απογοήτευσή σου χωρίς να αλλάξω αυτομάτως πορεία. Μπορώ να δεχτώ μια συμβουλή χωρίς να τη μετατρέψω σε εντολή.
Και κυρίως μπορώ να πω:
«Μπορεί να κάνω λάθος. Αλλά χρειάζεται να έχω το δικαίωμα να συναντήσω και τα δικά μου λάθη.»
Γιατί αυτονομία δεν σημαίνει ότι πιστεύουμε πως ξέρουμε πάντα καλύτερα.
Αντίθετα, το «κανείς δεν θα μου πει εμένα τι θα κάνω» μπορεί να είναι απλώς η άλλη όψη της εξάρτησης: εξακολουθώ να καθορίζομαι από τον άλλον, μόνο που κάνω αυτομάτως το αντίθετο.
Η ώριμη αυτονομία δεν χρειάζεται ούτε υποταγή ούτε ανταρσία.
Μπορεί να πει:
«Σε ακούω. Θα σκεφτώ αυτά που λες. Θα κρατήσω ό,τι μου φαίνεται χρήσιμο. Και μετά θα αποφασίσω εγώ.»
Υπάρχει όμως και εδώ μια ευθύνη: όταν παίρνεις πίσω την εξουσία της επιλογής σου, παίρνεις μαζί και την ευθύνη της.
Δεν υπάρχει πλέον κάποιος άλλος στον οποίο μπορείς εύκολα να πεις: «Εσύ μου είπες να το κάνω».
Αυτό είναι το τίμημα — και ταυτόχρονα η ελευθερία — της προσωπικής αυθεντίας.

Αναρωτήσου:

Μπορώ να ακούσω μια διαφορετική γνώμη χωρίς ούτε να υποταχθώ ούτε να χρειαστεί να πολεμήσω εναντίον της;

Απόσταγμα:

Αυτονομία δεν είναι να μη χρειάζεσαι κανέναν. Είναι να μπορείς να ακούς τους άλλους χωρίς να χάνεις τη δική σου θέση.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό ερώτημα
Δεν είναι μόνο «υπακούω, αντιδρώ ή αποφασίζω;»
Είναι:
Πού βρίσκεται σήμερα η αυθεντία της ζωής μου;
Στον άνθρωπο που μιλά πιο δυνατά;
Στον άνθρωπο που φοβάμαι να απογοητεύσω;
Στον άνθρωπο που προσπαθώ ακόμη να πείσω;
Ή μπορώ πλέον να ακούω όλες αυτές τις φωνές και, στο τέλος, να επιστρέφω στη δική μου;

μοιράστε